...Ο φόβος αρχίζει από το Θεό. Ο Θεός είναι ο Μεγάλος Φόβος..."
Κουβέντα με ένα σοφό*
Ανασφάλειες καθημερινού ανθρώπου
- Φοβάσαι; Τι είναι πάλι αυτό; Τι φοβάσαι εσύ ένας άνθρωπος του 21ου αιώνα, ένας εξερευνητής του Σύμπαντος, ένα όργανο στην υπηρεσία της τεχνολογίας και της παντοδύναμης πληροφορικής; απόρησα.
- Ακριβώς γι' αυτό φοβάμαι. Γιατί με ξεπέρασαν κιόλας τα έργα μου και είμαι πλέον εξάρτημα, έρμαιο στη δύναμη της μηχανής που εγώ ο ίδιος συναρμολόγησα. Κι όμως είμαι ένας ανειδίκευτος εργάτης, ανίκανος να ελέγξω τη λειτουργία του δημιουργήματός μου. Φοβάμαι γιατί ξέρω...
- Κι εγώ που δεν ξέρω όσα ξέρεις εσύ, φοβάμαι.
- Εσύ γιατί να φοβάσαι; Ζήσε στην άγνοιά σου. Είναι ό, τι καλύτερο. Σε βεβαιώνω. Γιατί φοβάσαι;
- Φοβάμαι για να φοβάμαι! απάντησα ευθαρσώς. Για να επιβιώνω σ' έναν κόσμο παράφρονα που για την παραφροσύνη του ευθύνεσαι κυρίως εσύ, το έλλογο, όρθιο, νοήμον, θαυμαστό, ανώτερο ον του ζωικού βασιλείου, ο σοφός, ο πολύτροπος!
Ο σοφός γέλασε χαιρέκακα κι έδειξε τα ακονισμένα σαγόνια του. Τα δασιά φρύδια σκίασαν το οξύ, διαπεραστικό σαν γερακιού βλέμμα του.
- Γελάς; Η πολλή γνώση θα σε φάει, του είπα απλά. Εγώ, είναι άλλα που φοβάμαι. Πιο κοντινά μου. Πιο ανθρώπινα. Φοβάμαι την απάτη, το ψέμα, την εγκατάλειψη, την ερήμωση, τον ίδιο το φόβο... Την άγνοιά μου, αν σε ικανοποιεί αυτό.
- Κατάλαβα. Φοβάσαι την αποκάλυψη της αλήθειας; με ειρωνεύτηκε.
- Ποιας αλήθειας! Δεν είναι αυτό που νομίζεις! θύμωσα. Μου στέρησες την αθωότητα. Το δικαίωμα να πιστεύω στο όνειρο και στο θαύμα, στο παραμύθι, αν θέλεις. Εξαιτίας σου απώλεσα πρόωρα, ή μάλλον δεν έζησα, δεν πρόφτασα να ζήσω την παιδικότητά μου. Μεγάλωσα πριν την ώρα μου. Σηκώνω τεράστιο βάρος. Σε τι με ωφέλησε ο ρεαλισμός, η αποκάλυψη της αλήθειας; Ο άνθρωπος, φίλε μου, δεν αντέχει την ωμή πραγματικότητα. Η αποκάλυψη της αλήθειας, την οποία ισχυρίζεσαι πως κατέκτησες, πως κατέχεις και πως υπηρετείς δεν με έκαμε ευτυχέστερο. Το αντίθετο. Τώρα είναι που τρέμω το παρόν και με πανικοβάλλει το μέλλον που πλέον δεν είναι αόρατο. Και μην ξεχνάς πως οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, που τους επικαλούμαστε όταν μας συμφέρει, είχαν θεοποιήσει το φόβο. Ήταν, λέει, γιος και συνοδοιπόρος στον πόλεμο του Άρη, θεού του πολέμου, μαζί με την Έριδα και το Δείμο. Και είναι συνώνυμος του Τρόμου και της Φρίκης! Το εννοείς αυτό; Τι έχεις να πεις;
Ο σοφός κούνησε το βαρύ του κεφάλι και μου έριξε ένα βλέμμα μάλλον περιφρονητικό. Έκανα πως δεν το πρόσεξα. Άλλωστε κι εγώ στο βάθος τον περιφρονούσα. Η κουβέντα μαζί του μ' έκανε να βρίσκω διαρκώς όλο και δυνατότερα επιχειρήματα εναντίον του. Τον κοίταξα λοξά, με την άκρη του ματιού και πρόσθεσα:
- Φοβάμαι γιατί "ο φόβος φυλάει τα έρμα". Γιατί ο κόσμος, όπως τον έχετε κάνει εσείς οι σοφοί και σπουδαγμένοι, είναι φρίκη, φυγή, φαύλος, φονιάς της ύπαρξής του της ίδιας. Γιατί η ζωή δεν λογαριάζεται πια. Την έχετε κάνει μπαλάκι και την έχετε πάει ίσαμε την άκρη του γκρεμού. Σαν το μηδενικό. Χωρίς υπόσταση. Κρεμασμένη στο χάος το ακαταμέτρητο.
Δεν απάντησε. Και δεν εντέδρασε με κανέναν τρόπο.
- Φοβάμαι γιατί ο φόβος προϋποθέτει κίνδυνο, είναι συνειδητοποίηση κινδύνου. Προοιωνίζει βούρκο, βία, βαρβαρότητα, βέλος, βελόνα, βολή, βλήμα, βεληνεκές, βολίδα, βλάβη, βοή, βυθό, βλασφημία, βδελυρότητα, βλακεία, βδέλλα, βλοσυρότητα, του πέταξα κατάμουτρα.
Πάλι δεν μου απάντησε. Κοίταζε αλλού. Το εκμεταλλεύτηκα.
- Φοβάμαι, σοφέ μου φίλε, γιατί ο κόσμος γέμισε σκότος, σκοτωμούς, σύρματατα, σφάλματα, συμφορά, σφαγή, σορούς και βλέπω ρωγμές στο σαθρό στερέωμα.
Με κοίταξε ξανά περιφρονητικά.
- Εγώ φοβάμαι για όσα δεν ξέρεις εσύ, αντέτεινε. Όμως εσύ φοβάσαι να κοιτάξεις κατάματα την αλήθεια. Αυτό είναι. Τι άλλο...
- Φοβάμαι τον ανυπεράσπιστο πρόσφυγα, το θρησκευόμενο απατεώνα, επαναστάτη, δειλό, ήρωα, τον κάθε ηλίθιο... Την άγνοια, τη γνώση, τον αδυσώπητο εαυτό μου, εσένα! Φοβάμαι από ένστικτο. Ο φόβος είναι το πρώτο συναίσθημα που ένιωσε ο μικρός άνθρωπος μπροστά στο απέραντο Σύμπαν. Είναι το μεγάλο δέος που τον κατέλαβε όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με το απέραντο κενό, το άγνωστο, αινιγματικό ακατανόητο και ανεξερεύνητο που τον περιέβαλλε. Και συνειδητοποίησε άξαφνα τη μηδαμινότητά του. Φοβήθηκε και φοβάται ο δυστυχής απλός άνθρωπος το Άγνωστο, το πνεύμα του Αόρατου, το Θεό. Ο φόβος αρχίζει από το Θεό. Ο Θεός είναι ο Μεγάλος Φόβος. "Ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε!" Λέει ο κόσμος. Και η Γραφή: "Είδοσάν Σε ύδατα και εφοβήθησαν, και: "Αρχή σοφίας, φόβος Κυρίου". Γι' αυτό προσεύχεται. Και δέεται. Και ικετεύει. Ο Φόβος διαπερνάει, διαβρώνει την ύπαρξή του, τον εξουθενώνει. Διαλογίζεται μπροστά στο Γνωστό Άγνωστο που είναι ο Θεός του και τα γόνατά του λυγίζουν.
Ύστερα είναι ο αναμφισβήτητος φόβος του θανάτου, ο μεγάλος φόβος. Λογάριασες ποτέ το φόβο του Άβελ όταν αντίκρισε το φονικό μαχαίρι στο υψωμένο χέρι του αδερφού του; Της Ιφιγένειας μπροστά στο βωμό της θεάς στην Αυλίδα; Του Άψυρτου όταν έπεσε στη δολοφονική παγίδα της Μήδειας; Των παιδιών της Μήδειας; Το φόβο της Πολυξένης, της Κασσάνδρας, της Κλυταιμήστρας, της... του... μπροστά στο θάνατο; Το φόβο στα μάτια του ανυπεράσπιστου, και του αδύναμου να υπερασπιστεί τον εαυτό του, τη ζωή του; Ενός παιδιού παρατημένου στους δρόμους του κόσμου; Ακόμα και στα μάτια του Ιούδα μετά την προδοσία. Αλήθεια ποιος είδε το φόβο στα μάτια του ήρωα που τολμά αψηφώντας, όπως λένε, τον κίνδυνο, γιατί έτσι βολεύει;
- Φοβούνται οι ήρωες; Αλήθεια, τι μου λες τώρα! Φοβούνται οι ήρωες; ύψωσε τη στεντόρια φωνή τού ισχυρού εαυτού του εκείνος.
Αλλά τον είχα πλέον στο χέρι. Ρώτησα τάχα αφελώς:
- Μήπως ο ηρωισμός είναι φόβος; Μήπως ο φόβος γεννά τον ηρωισμό και την τόλμη; Υπάρχει μικρός και μεγάλος φόβος; Ή μήπως ο φόβος είναι φόβος; Χωρίς διάκριση, χωρίς διαβαθμίσεις; Υπάρχει ορισμός του φόβου;
Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου
και θύραν περιοχής περί τα χείλη μου.
Ποιος είναι ο λιγότερο δυστυχής, ο σοφός ή ο αφελής; τον στρίμωξα.
Ο σοφός δεν μου έδωσε σημασία. Μπορεί να είχε βυθιστεί σε σκέψεις. Ταξίδεψε αλλού; Χώνεψε, ταυτίστηκε με την τεχνολογία και την πληροφορική του; Δεν ξέρω. Και ποια σημασία μπορεί να έχει να ξέρω; Ένα κατέχω: Ο καθημερινός άνθρωπος συναισθάνεται το τραγικό γιατί ζει το φόβο, την τραγικότητα. Και φοβάται. Φοβάται, τη μάρανση και το ξεφύλλισμα της ζωής, το θάνατο του σώματος και της ψυχής, του πνεύματος και του μυαλού, των έργων του. Το βέβαιο κι αναπότρεπτο θάνατο. Και είναι ανασφαλής και ενδεής, αιωνίως αιτών και επαιτών, αινών και ευλογών και δοξάζων το Γνωστό Άγνωστό του, το Αόρατο, το Θεό του.
Ο σοφός μου γύρισε την πλάτη κι απομακρύνθηκε φανερά ενοχλημένος, όπως νόμισα. Μπορεί όμως να έφυγε περισσότερο προβληματισμένος από τις αφελείς ανασφάλειες ενός απλού, καθημερινού ανθρώπου.
*
Ελένη Χωρεάνθη
*
*Σημείωση: Το κείμενο τούτο, είναι μέρος μιας σειράς κειμένων μου, που έχουν δημοσιευθεί σε αθηναϊκές εφημερίδες, ΕΘΝΟΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ και έντυπα περιοδικά πριν κάποια χρόνια. Λιγότερα
Λιγότερα


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου