Ο βουτηχτής κι ο κάλφας












 

Ελένη Χωρεάνθη: Επιλέγω/ παρουσιάζω συγγραφέα/ βιβλίο

Καλλιόπη Πολενάκη και η πρώτη συλλογή διηγημάτων
🟣Ο ΒΟΥΤΗΧΤΗΣ κι ο ΚΑΛΦΑΣ 🟣
👉Την Καλλιόπη Πολενάκη τη γνώρισα Πόππυ Πολενάκη ποιήτρια ιδιότυπων κρητικών ποιημάτων από δημοσιεύσεις και αναρτήσεις της, αλλά και από τη συλλογή ποιημάτων της “ΒΗΜΑΤΑ” περισσότερο. Ως διηγηματογράφο από κείμενα που συναντούσα σποραδικά σε διαδικτυακά περιοδικά και δικές της αναρτήσεις.
“...Με καταγωγή από τα Σφακιά, μικρό κι άγονο ψαροχώρι στους πρόποδες των Λευκών Ορέων, τούτη η καταγωγή την μπόλιασε με νόστο αγιάτρευτο. Από πολύ μικρή και όπου έφταναν να ζουν λόγω του επαγγέλματος του πατέρα της ένα της άρεσε ιδιαίτερα: να ακούει ιστορίες από ανθρώπους κυρίως μεγαλύτερης ηλικίας, ιστορίες ξενιτιάς, πόνου κι έρωτα, λέξεις που μας δίνουν και μας δείχνουν πλήρως το στίγμα του λόγου της μετουσιωμένου τελικά, σε ποίηση και πεζογραφία.
Η παρουσία της στον ψηφιακό χώρο είναι συνεχής, με μεγάλα συνήθως ποιήματα, διηγήματα και παραμύθια, όλα με ποιητική πνοή, με διάχυτο το θείο στοιχείο, με τον ιδιαίτερο τρόπο που οι Κρήτες συνομιλούν με τον Θεό...”
Σήμερα έχω στα χέρια μου ένα πανέμορφο ολοκαίνουργο βιβλίο, μια συλλογή με 31 διηγήματα που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος με τίτλο Ο ΒΟΥΤΗΧΤΗΣ ΚΙ Ο ΚΑΛΦΑΣ, στη ειρά ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 65. Το εξώφυλλό της κοσμείο o χακτηριστικός πίνακας The Sea Hath Its Reals (1897) του William Henry Marketson.
Η Καλλιόπη Πολενάκη, η γνωστή και πολύ αγαπητή στους κρήτες αναγνώστες της, κυρίως εξαιτίας των ιδιότυπων ποιημάτων της, Πόππυ Πολενάκη, με τη συλλογή διηγημάτων ή άλλως πως αφηγημάτηων της, παρουσιάζεται και ως ιδιότυπη πεζογράφος με δικό της ύφος και εκφραστική άνεση, ξεπετιέται μέσα από τα προγονικά ενθυμήματα των Σφακίων με έναν αυθόρμητο, πηγαίο, ακατέργαστο, θαρραλέο πρωτογονισμό, με τόλμη και αφροντισιά του λόγου, όπου ξαφνιάζει η άνεση και η αμεσότητα στη χρήση στοιχείων από όλα τα επίπεδα της ελληνικής γλώσσας, γεγονός που κάνει τα κείμενά της γοητευτικά και αξιαγάπητα.
Η Καλλιόπη (Πόππυ) Πολενάκη με την πρώτη συλλογή διηγημάτων της περνάει δυναμικά στο χώρο και της ελληνικής πεζογραφίας και παρά τη χρήση στοιχείων από την κρητική/σχακιανή/ χανιώτικη ντοπιολαλιά, οι αφηγήσεις της έχουν την γοητεία της ανεμελιάς και την ομορφιά της γνησιότητας, της οικείωσης με τη ζωντανή λαλιά της καθημερινότητας και της λόγιας γλώσσας την κομψότητα και την αυθεντικότητα. Έτσι η όποια γραφή της Πολενάκη είτε πρόκειται για ποίηση ε΄τε για πεζοφραφία, είναι αυθεντική, έχει “ατομικότητα: Είναι αναγνωρίσιμη, αυθεντική και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα.👈
*
Για περισσότερη ενημέρωση, παραθέτω δύο από τα 31 διηγήματα της συλλογής, όπως:
*
🟣 ΑΚΟΥΕΙ ΚΑΝΕΙΣ;🟣
Μόνη της στεκόταν και μιλούσε μόνη...
«Ακούει κανείς;» Κάνω τα χέρια μου χωνί, στέκω στης θάλασσας την άκρια και φωνάζω «έρχομαι» και ρίχνομαι όχι με μακροβούτι, μα με αργό συμμετρικό ρυθμό, όσο μπορέσω, όσο φτάσει το σώμα μου να βαφτιστεί ως άτυχος και επ’ αδίκω πάντα Γιούδας. Μετά θα κάνω την βουτιά, όχι, δεν θα πάρω βαθιά ανάσα, τι να μου χρειαστεί, μπορώ πολύ βαθιά να φτάσω και έτσι, και όταν το προδοτικό ένστικτο της αυτοσυντήρησης θα θελήσει να με ανεβάσει ξανά στον αφρό σαν τα ταπεινά, φτηνά, σαν τα τιποτένια για να ακριβολογήσω αφρόψαρα, τότε θα είναι αργά. Σαν το στρείδι θα κάτσω οκλαδόν στον βυθό!
Στρείδι είπα; Λάθος μέγα, και του απονενοημένου μα οπωσδήποτε αποφασισμένου τα λόγια να τα παίρνετε πάντα στα σοβαρά. Όχι λοιπόν, σαν στρείδι, μα σαν τον θησαυρό του που ολίγοι εξετίμησαν, σαν πολύτιμο μαργαριτάρι, ω! πόσο τα λάτρευα εν ζωή! Ποιος θα μου το έλεγε – και θα τον πίστευα! – πως θα κατέληγα και εγώ σαν τούτον τον θησαυρό...
Εκατομμύρια κομματάκια θα φαγωθεί το λιανό μου σώμα από τα ψάρια, θα μεταλάβουν το σώμα γραφιά, ε, λίγο δεν είναι! και από ένα κομμάτι που θα τους περισσέψει – ή που θα απορριφθεί...– από αγάπη – το νιώθω!– θα το κλείσουν φυλαχτό τα στρείδια και έτσι, ΟΧΙ, δεν θα πεθάνει ούτε το σώμα μου, για το πνεύμα πολλές φορές το συζητήσαμε, ας μην σας κουράσω ξανά – παρά μικρά μαργαριτάρια θα γίνει, θησαυρός ολόκληρος αν αποφασίσουν τα λατρεμένα στρείδια να μαρτυρήσουν τις κρυψώνες μου.
Λατρεμένα στρείδια, λατρεμένες λάρνακες, τελευταίες κλίνες λατρεμένες. Nεκρικές ή/και αναστάσιμες, τότε θα βεβαιωθώ πως όσα σας έλεγα ήσαν αληθινά. Και σίγουροι από τώρα να είστε, κάποιος χρυσός αφρός αν σας αγγίξει δίχως κύμα την ώρα που κολυμπάτε, εγώ θα είμαι και θα σας κάνω αγκαλιά στερνή για όσους δεν αξιώθηκα με την ανθρώπινη μορφή μου. Και αν κάποτε ένα μικρό σάς κλείσει το μάτι πονηρά και έχει τις πλεξούδες ολόξανθες, θα θυμηθείτε και εμένα και τα λόγια μου που σαν σκόνη θα τα πάρει ο άνεμος και σε χωράφια άλλων γραφιάδων θα δώσουν καρπούς.
Ω, τούτη η πανσέληνος, η φαρμακερή, η πανούργα, που σαν κακιά αράχνη με κοντοζυγώνει...
*
«Πονάω!» επί ματαίω της φωνάζω.
«Ματώνω!» λυπήσου με, Θεέ μου αγαθέ, ρίξε την, γκρεμοτσάκισέ την και στον βαθύτερο ντάφκο της πατρίδας μου κλείδωσέ την. Και ποτέ, ποτέ κανείς πρίγκιπας να μην την ερωτευτεί, κανείς να μην πλανευτεί από την κακιά της λάμψη!
Θε μου και βόηθα με, ρίξε την απ’ το θρονί της το ουράνιο, σε πηγάδι χώσε την και με μάγια σφράγισέ το. Ποτέ μην μαγαρίσει ξανά τον ουρανό, ποτέ μην σύρει αγγελοπαρμένους στα βαθιά, ποτέ μην ακουστεί κλάμα και πόνος!
Ακούει κανείς; Σιγή θανάτου...
Κανείς δεν την άκουσε εκείνην την ώρα, ήταν ώρα κλειστή ως εφάνη... Την βρήκαν το επόμενο πρωί. Φορούσε τα καλά της, το καλό της φόρεμα, το βυσσινί (ή μήπως βαθυκόκκινο του αίματος), και τα λουστρίνια ασορτί ποδήματα με τα λευκά σοσόνια. Παιδούλα απόμεινε στο τέλος η δυστυχής... Την βρήκαν το επόμενο πρωί να πλέει στον αφρό της θάλασσας με ένα γαλήνιο χαμόγελο μοναδικό της στολίδι, με τα χρυσά μαλλιά φωτοστέφανο γύρω της και σε κύκλο όλα τα γραμμένα της σε φύλλα, που ούτε η μελάνη τους ξεθώριασε τότε, παρά με τον χρόνο στέγνωσε και απόμεινε η αρμύρα. Από την θάλασσα και τα δάκρυά της. Κανείς ως εφάνη δεν την άκουσε.
Καληνύχτα και όπου ξημερωθείς να είσαι ευτυχής.
Και λήσμων!
🟣 Η ΜΑΝΤΑΜ ΒΙΟΛΕΤΑ🟣
Αν κάποιος την ρώτησε κάποτε για το πώς αισθάνεται, δεν ήμουν μπροστά να σας το πω. Αν κάποιος την τίμησε με δεύτερο βλέμμα πάλι αδυνατώ να απαντήσω.
Ναι, φυσικά, ντυνόταν σαν Εγγλέζα της εξοχής, και πράγματι βαθιά μέσα της έτσι πίστευε και εκείνη, πως βρέθηκε σε λάθος τόπο τον λάθος χρόνο. Την Ιρλανδία λαχταρούσε, με τούτο το όνειρο της απωλείας ξημέρωνε ο Θεός τις μέρες της μα και με τούτον τον πόνο έθετε το βράδυ με ελπίδα – θέλω να φαντάζομαι – μια: να μερώσει ο Ύπνος, ο ένας αδερφός, ο αγαθός, την ψυχή της, πριχού φανεί ο Θάνατος, ο δεύτερος αδερφός ο του πρώτου αγαθότερος...
Έτσι θέλω να το πιστεύω, πάντα ήθελα να ερμηνεύω τα μυστικά σημάδια που όλοι μου δίνουν, άλλος το γέλιο του, άλλος το κλάμα του και άλλος λεμόνι στην πληγή μου.
Πάντα με θυμάμαι να παρατηρώ τους ανθρώπους και με την δική μου απλοχεριά του Χρόνου να ερμηνεύω τις πράξεις των.
Με τα χρόνια το κατάφερα, θαρρώ, να ξεδιαλύνω τα μυστικά σημάδια και όλα να τα βλέπω λουσμένα και καθαγιασμένα σε φως απόκοσμο, μυστηριακό και θείο, το καθένα στην σωστή του διάσταση, δίχως την μεγέθυνση της στιγμής, που, ναι, μπορεί και κακιά να είναι.
Έτσι, λοιπόν, έβλεπα την Μαντάμ Βιολέτα κάθε πρωί με τα μαγουλάκια ρόδινα σαν να έτρεχε οληνύχτα μικρή κοπελίτσα με τσόκαρα χοντρά στα καταπράσινα Highlands1, τα μάτια της όμως ήσαν κομμένα σαν να έκλαιγε μαζί ή σαν να την χτυπούσε ο καθαρός αέρας με το πικρό «γιατί» σαν μαστίγιο. Μέσα στα ατελείωτα Highlands, τα καταπράσινα λιβάδια της, με τα χωριατόσπιτα στην άκρη των κτημάτων και τα κτήματα στην άκρη των αυλών της που ήσαν σπαρμένα με πατάτες.
«Αν ζούσα στον τόπο μου (πού; δεν θυμούμαι πια...) θα είχα ωραιότατες πατάτες για βραστό και καλύτερες ακόμη για ψήσιμο, τα δικά σας μαναβάκια πράμα δεν κατέχουν από ποιότης, ναι, πράμα...»
Δίχως να μπορεί εκείνη να το ξέρει, και ίσως να μην το έμαθε ποτέ όσο ζούσε, ξεχώριζε σε όλην την γειτονιά με κάτι τέτοιες ιδιοτροπίες που εκατήντησαν με τα χρόνια γραφικές. Έμενε δυο τετράγωνα πιο κάτω από το δικό μας σπίτι, η καλή μοδίστρα, η «Εγγλέζα», που η πρώτη που καταδέχτηκε να της ανοίξει την πόρτα του σπιτιού της ήταν η μάνα μου, και σιγά-σιγά, βελονιά την βελονιά, της ανοίχτηκαν και οι πόρτες της οικογένειας.
«Εγγλέζα ναι, μα όχι και από την βρόμικη Λόντρα, αγαπητή μου, από χωριό, και μάλιστα το καλύτερο θεωρώ, ναι...»
Δεν καταφέρνω ποτέ να θυμηθώ το όνομα του χωριού που λαχταρούσε να ταφεί όταν της χτυπούσε ο σπλαχνικός Άγγελος την πόρτα, με τα χρόνια όμως νιώθω περισσότερη εγγύτητα με την λαχτάρα και το ανικανοποίητο της Μαντάμ Βιολέτας, σαν να δεθήκαμε με ομφάλιο λώρο όλοι οι ξενιτεμένοι των Κόσμων, σαν η Μαντάμ Βιολέτα να ήταν η Κορυφαία του δικού μου Κόσμου που ξεκίνησε τον χορό της ξενιτιάς και με πήρε μαγληνά από το χέρι.
Να μπορούσε να το ξεχωρίσει; Να ήταν άξια να βλέπει τα αόρατα, τα μελλούμενα, όσα πονούν; Ποιος να μπορεί μετά από χρόνους πενήντα να μου το πει και εμένα, ποιος, που όλοι οι πρωταγωνιστές του έργου του βίου μου απόλλυνται ένας προς έναν;
Μαντάμ Βιολέτα μου, πόσο γρήγορα μπήκα στον δικό σου ρόλο, πόσο δύσκολο ήταν τότε να καταλάβω εκείνο το κορυφαίο: «Ποτέ δεν θα δω χωριανό στον δρόμο, ποτέ συμμαθήτρια», που σε άκουγα να μονολογείς όταν μου προβάριζες τα φουστανάκια από οργαντίνα...
Πόσο γρήγορα έγινα εγώ η κορυφαία του Χορού και πόσοι, τάχα, να βουρκώνετε τώρα δα που διαβάζετε τις φτωχές – και πάντα λειψές – μου αράδες. Ναι, ναι, αρχαία τραγωδία είναι η ζωή του καθενός και όλοι οφείλουμε να νιώσουμε ποιος ρόλος είναι ο πρεπός για εμάς, πιθανόν μάλιστα στην διάρκεια του βίου μας να αλλάζουμε και ρόλους σαν φιδοπουκάμισα. Αλλιώς δεν μπορώ να εξηγήσω το πώς μπήκα στην θέση της Μαντάμ και πόση πίκρα νιώθω σαν ακούω την μοναδική της φωνή μέσα στην κεφαλή μου και σαν εκφέρω τον πόνο της με δικά μου λόγια: «Δεν θα συναντήσω ποτέ χωριανό μου στον δρόμο, δεν θα συναντήσω ποτέ συμμαθητή, ποτέ κανείς συμφοιτητής δεν θα γυρίσει τον Χρόνο μου πίσω, ποτέ κανείς δεν θα με θυμάται με τα γόνατα γεμάτα ράμματα σαν χτυπούσα παιδί στα τρεξίματα».
Και έχω πολλά ράμματα, χέρια, πόδια, πηγούνι, όλα σημαδεμένα, μήπως και χαθώ σε καμιά νέα Μικρασιατική Καταστροφή και ποιος να με θυμάται πια...
Χήρα με τέσσερα παιδιά, δεν θυμούμαι να μιλούσε για τον άντρα της, μα για τα παιδιά θυμούμαι με πόση σπουδή φρόντιζε να αξιοποιεί το κάθε ρετάλι που περίσσευε από τα ραψίματά της. Από εκείνα τα ρετάλια τούς έφτιαχνε τα ρούχα των, εξώρουχα μα και εσώρουχα, και πώς να ξεχάσω εγώ ένα κομμάτι βελούδο κόκκινο, περίσσευμα από ένα μου φουστάνι που γίνηκε κοντοβράκι του ενός και πώς να ξεγλυτώσουν μετά από εμένα το μικιό που απαιτούσα το ίδιο!
Όλα τα μετουσίωνε, όλα τα κατάφερνε η χρυσοχέρα, πένης και ευρηματική Μαντάμ, με άντρα απόντα – νεκρό ή φευγάτο ποια η διαφορά εν τέλει – αρχηγός της οικογένειάς της ήταν εκείνη και έτσι έπρεπε να στέσει τέσσερα ορφανά με αξιοπρέπεια, υπομονή και θάρρος έστω και με βελούδινο βρακί!
Όταν αγγελοκρουόταν, ανακάθισε με ορμή αφύσικη στο κρεβάτι της και ζήτησε επίμονα: «Τα παπούτσια μου, φορέστε μου τα παπούτσια μου, στην ντουλάπα είναι, στο κουτί από του Μαντωνανάκη, καινούργια μαύρα λουστρίνια, μην φύγω ξυπόλυτη!» Έθιμο που, από τα λίγα που γνωρίζω, στην Ιρλανδία το τηρούν με ευλάβεια, να σου φύγει η ψυχή δίχως να φοράς παπούτσια είναι κρίμα μεγάλο και κατάρα μεταθανάτια σε περιμένει, φαίνεται δε πως, αν ξεκινήσεις το τελευταίο σου δρομολόγιο φορώντας καινούργια υποδήματα θα έχεις καλούς δρόμους να περπατήσεις εφεξής...
Και φτάνουμε και στην δική μου προσωπική σμίξη με την Μαντάμ Βιολέτα που έμελλε να γίνει η δευτερονουνά μου! Λίγο η αντιπάθεια της μητέρας για το εξαίρετο βαφτιστικό μου όνομα που – έτσι εκτιμώ μετά από χρόνους πλέον των πενήντα – σφράγισε το μέλλον μου, λίγο η λογοδιάρ-
ροια της Μαντάμ, βρέθηκα με δεύτερη νουνά «μα όχι από την βρόμικη Λόντρα, αγαπητοί μου».
«Καλλιόπη», τουτέστιν «κάλλος» και «έπω», η Μούσα από όλες η καλύτερη και πιο ζηλευτή και φημολογούμενη μάνα του Ορφέα, Μούσα που είτε έχει καλή φωνή είτε γράφει με κάλλος... Η ουσία είναι πως η έμφυτη αντιπάθεια της συμπαθεστάτης μητρός προς την εκ Σφακίων και γένους Κούνδουρου πενθερά κατέληξε στην δική μου κεφαλή ως αστραπή εξ Αγγλίας βεβαίως-βεβαίως!
«Poppy», η παπαρούνα στα αγγλικά, και να σου η εγγονή της Καλλιόπης (το γένος Κούνδουρου, μην ξεχνιμαστε) ξαναβαφτίστηκε με το εξελληνισμένο «Πόππυ»! Φρίττω μα τόσο αργά, η στάμπα άλλαξε χρώμα και από ανάερο ένδυμα σεμνής μούσας πήρε το καρνάδο (που ...«γνωριστό είναι κι απ’ αλάργο»...) χρώμα της παπαρούνας με την υπερκόσμια πικρή οσμή και τον σύντομο βίο.
Αν με ρώτησε κανείς; Φυσικά και όχι, πότε άνθρωπος μικρός κι αδύναμος είχε δικαίωμα στο οτιδήποτε σημαντικό, στο όνομά του σταθήκαμε...
Ω, Μαντάμ Βιολέτα, εσύ που ξανάγραψες το ονοματάκι μου το αρχαίο από «Καλλιόπη» σε πανέμορφο «Πόππυ», και μάλιστα είπες στην μάνα: «Όχι, Πόπη, καλή μου, αλλά Πόππυ. Να! αν το γράψεις στην γλώσσα μας σημαίνει Παπαρούνα, μπορεί να σας γίνει και ποιήτρια με τέτοιο όνομα!» Μόνο για τούτα τα κορυφαία που έλεγες συγχωρώ την βεβήλωση του ονόματός μου, και μάθε πως έγινα ποιήτρια, μάθε πως και μόνο του το «Καλλιόπη» έφτανε και περίσσευε ως ευλογία! Όνομα που έχει διττή ετυμολογία, «εκείνη που μιλάει καλά» και «εκείνη που είναι όμορφη» στην ψυχή, επιτρέψτε μου να συμπληρώσω...
Γι’ αυτό και πολύ θέλω να σας παρακαλέσω, ιδιαιτέρως πολύ που λέμε, φωνάζετέ με ορθώς «Πόππυ» σεβόμενοι την «νονά» εξ Ιρλανδίας, και την αιτία του μάθατε μα και την αξία του. Έστω πείτε με «Καλλιόπη», μα στο απλό «Πόπη» δεν έμαθα να ακούω, δεν είμαι τούτο το όνομα, δεν πρόλαβα να το μάθω και ούτε το έχω σκοπό τώρα που ξεκινά να φαίνεται η στροφή στο τέλος του δικού μου δρόμου.
Μα μην λησμονήσω να σας πω για την φωνή της, μην λησμονήσω γιατί ο Χρόνος με ζυγώνει ύπουλα, νιώθω ήδη την ανάσα του στον σβέρκο μου και αν δεν μιλήσω εγώ σε εσάς και τώρα για την Μαντάμ Βιολέτα όλα θα χαθούν σαν της πικραλίδας τα πέταλα, και άπαξ και γίνεται έτσι,
μαζί με τις μνήμες – τότε, ναι τότε και μόνο – απόλλυνται και οι άνθρωποι που αγαπήσαμε ή που βάλαν μια σταυροβελονιά στο κάδρο του βίου μας.
Η φωνή της, λοιπόν, είχε ένα εξαιρετικά ιδιαίτερο χρώμα, θα μπορούσα να το πω «δωρικό» τώρα που έμαθα την αληθινή καταγωγή των Ιρλανδών για την οποία μάλιστα πολύ περηφανεύονται όσοι γνωρίζουν, θα μπορούσα να σας πω ότι μου θύμιζε το ξύλινο «τικ-τακ» του αργαλειού, κοφτό μα καθησυχαστικό: όλα γίνονται στην σειρά τους, το «τακ» πάντα ακολουθεί το «τικ» και όσο και να πούμε, αυτό από μόνο του είναι μια σιγουριά στον άνθρωπο, να γνωρίζει με σιγουριά πως «πάντα οι χτύποι του αργαλειού της ζωής του διατηρούν τον ρυθμό, μέχρις ότου!».
Ερχόταν πρωί-πρωί και ξεκινούσε τα ραφτικά της, σε όλα τα σπίτια που έραβε το έκανε έτσι, νομίζω. Η ραπτομηχανή Singer της μάνας την περίμενε στο δωμάτιο – σήμερα θα το λέγαμε «ξενώνα» – και ξεκινούσε. Το μεσημέρι πάντα τρώγαμε μαζί και μετά, ω, εκείνο το «μετά», πόσα μου θυμίζει...
Εκείνες έψηναν καφέ και εγώ βολευόμουν στο καναπεδάκι, μια στάλα άνθρωπος μια χαρά χωρούσα και περίσσευε, και μεταξύ ύπνου και ξυπνού θυμάμαι μόνο την φωνή της Εγγλέζας Βιολέτας μας που έλεγε κι όλο έλεγε και λέξη δεν θυμούμαι μα εκείνη η φωνή πολλές φορές ξεπηδά από την μνήμη μου – ή μήπως από την ψυχή μου – πάντα μεσημέρι και πάντα όταν είμαι θλιμμένη, να! σαν να θέλει να με παρηγορήσει θυμίζοντάς μου πως εκείνη είχε βρεθεί στην θέση μου νωρίτερα, εκείνη ήταν περισσότερο ξένη από μένα, εκείνη και η εξοχή της, εκείνη και οι πόνοι της, εκείνη και η χαμένη της ζωή...
Παλιά δεν καταλάβαινα πόσα περισσότερα είχα σε σχέση με άλλα παιδιά της ηλικίας μου, αργότερα με έπιασε η ντροπή που τα είχα όλα, με τα χρόνια κατέληξα πως Άλλος κάνει για εμάς τα κουμάντα Του και άλλα σχέδια βαστεί για τον καθένα μας, ποια είμαι εγώ να νιώθω και ντροπές για τα έχη μας, μουδέ έκλεψε ο πατέρας μουδέ απάτησε, πάντα «με τον σταυρό στο χέρι» και κοιμόταν ήσυχος τα βράδια ο κ. Γενικός Διευθυντής Τελωνείων Κρήτης (εις εκ των εννέα στην Ελλάδα εκείνα τα χρόνια!) με πτυχία Παντείου και Νομικής που έφερνε και ράφτρα
στο σπίτι να ράβει τα απαραίτητα και ας μην μου έραψε ποτέ κι εμένα κόκκινο βελούδο κοντοβράκι!
Μαντάμ Βιολέτα, εγώ με το μνημόσυνό σου ξετέλεψα, ποιος θα πάρει σειρά δεν γνωρίζω από τώρα, μα σου λέγω ένα πράγμα και ξέρω πως θα το ακούς, η ξενιτιά είναι κακός μπάμπουρας που σε κεντρά και μολύνεσαι, τώρα σε νιώθω, η σιγουριά τού να μην δεις ποτέ συμμαθητή στον δρόμο είναι βαριά, να έχουν μισέψει όσοι σε θυμούνται μωρουδέλι είναι φωτιά άσβεστη, μα για το τέλος σού βαστώ το καλύτερο, φροντίζω πάντα να έχω ένα ζευγάρι καινούργια παπούτσια στο κουτί, ας μην είναι πια από του Μαντωνανάκη... Έτσι, just in case2 ... ξέρεις εσύ!
*
Σημείωαη: Η Καλλιόπη Πολενάκη γεννήθηκε στην Αθήνα με καταγωγή από τα Σφακιά.
Σπούδασε Χημεία και έμεινε στον τόπο των σπουδών της τα Ιωάννινα.
*
Ελένη Χωρεάνθη
Παλαιό Φάληρο, 3. 6. 2026
Λιγότερα

Σχόλια