Ελένη Γκίκα: sans voir/ Μυθιστόρημα, ΑΡΜΟΣ εκδόσεις, 2026
“...«Μα εγώ σ’ αυτήν εδώ την καμπή του καιρού επιμένω * τεθλασμένη γραμμή της αβύσσου τη σιωπή να επιβαίνω * φυλλομετρώντας την ανάλγητη λήθη στης απουσίας τον χρόνο»,
‘κι όπως εν αταξίαις εύτακτοι όντες οδεύομε ο καθένας του μόνος
φορτωμένοι ευωδιές από έρωτα
μουλιασμένοι στις ρυτίδες του χρόνου…’, είπες
και σώπασαν μεθυσμένα τα τριζόνια και της νύχτας οι ψίθυροι
κι άρχισε να σταλάζει το σύμπαν σιωπηλή βροχή στον ανθώνα...*”
*
Επι 42 συναπτά έτη βυθισμένη στα βιβλία και στις εφημερίδες, έχει τόσα πολλά αποκομίσει, φορτίο “ευάγκαλον” αφ’ ενός και βάρος δυσβάστακτο αφ’ ετέρου Έχει κατακτήσει και αφομοιώσει και εντάξει αποσπάσματα από σπουδαία έργα μεγάλων συγγραφέων της παγκόσμιας λογοτεχνίας στο σύνολο σχεδόν των μυθιστορημάτων της. Και είναι απορίας άξιο και μελέτης η περίπτωσή της, καθ’ όσον έχει αποθηκεύσει και εσωτερικοποιήσει, έχει κάνει κτήμα της τόσον πλούτο γνώσεων. Σαράντα δύο χρόνια “συμβίωσης” με τη λογοτεχνία δεν είναι λίγα!
Ως επαρκής αναγνώστρια της προσφοράς της Ελένης Γκίκα στην ποίηση και πεζογραφία, καθώς έχω ασχοληθεί με το σύνολο σχεδόν των βιβλίων της, μπορώ βάσιμα να έχω άποψη και γνώμη. Μπορώ, λοιπόν, να μιλήσω για το ίσαμε τώρα κατορθωμένο έργο της. Και δεν μπορώ να μην παρουσιάσω δείγματα από το ποιητικό δημοσιοποιημένο έργο της με το οποίο έχω συστηματικά σχεδόν ασχοληθεί αφότου συναντηθήκαμε στο βιβλιοπωλείο Σ. Ι. Ζαχαρόπουλου, πριν 38 με 40 χρόνια, όταν τα Γραφεεία της εφημερίδας ΕΘΝΟΣ που η όμορφη νεαρή ποιήτρια Ελένη Γκίκα, εργαζόταν, ήταν στο ίδιο κτίριο της οδού Σταδίου 5, Στο σύνταγμα.
Με το sans voir, το ολοκαίνουργο βιβλίο της με τον πολυσήμαντο τίτλο “sans voir” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΡΜΟΣ με χαρακτηριστικό εξώφυλλο το οποίο κοσμεί ο εμβληματικός πίνακας “Οι κόρες του Έντουαρντ Ντάφλει Μπόιτ” του Tzohn Singer Sargent/ 1882 Παρίσι, η Ελένη Γκίκα μπαίνει σε νέο κύκλο αφήγησης, μάλλον επιστρέφει στις ρίζες της όπου συναντάει τον εαυτό της, ανασκαλεύοντας με ποιητική διάθεση και τρόπο το παρελθόν της.
Όπως στα τέσσερα προηγούμενα μυθιστόρήματά της, κυρίως, “Λίλιθ”, ΚΑΛΕΝΤΗΣ, 2014, “Η ωραία της νύχτας", 2018, Διάπλαση, “Προσωπαγνωσία”, 2021, ΑΩ και “Ο τελευταίος Άλυπος”, 2023, ΑΡΜΟΣ, με τα οποία έχω ασχοληθεί εκτενώς, ξαναγυρίζει στις μικρές στιγμές της, στα πρώτα φανερώματα της ζωής στα μάτια της, στον τόπο γέννησής της, ανταμώνει τους αγαπημένους ανθρώπους του τόπου της που είναι άρρηκτα δεμένη μαζί τους, εκεί όπου αισθάνεται ασφαλής και ξαναζεί τα χρόνια της παιδικής και της νεανικής ηλικίας, αλλά και της ώριμης ηλικίας της, παραλληλίζοντας τα στάδια εξέλιξης και διαδρομής της στο χώρο του βιβλίου, με τις εποχές του έτους.
Οι μικρές, θεωρούμενες “ασήμαντες” στιγμές και ώρες και ημέρες και χρόνια, είναι όχι απλώς σημαντικές, είναι καθοριστικές. Η Ελένη Γκίκα στην από μέσα μοναξιά της βιώνει ποιητικά τον πολύτιμο χρόνο της. Τα λέει όλα, συμπερασματικά και τελεσίδικα, ο τίτλος του πρώτου κεφαλαίου “Θ’ ανθίσει όμως”. Γιατί στα πρώτα χρόνια της ζωής της πήρε όσα μπόρεσε από το φυσικό και το ανθρώπινο περιβάλλον, τον κόσμο, συνειδητοποιεί πως οι άνθρωποι γύρω της “είναι άνθρωποι, δεν είναι πλήκτρα πιάνου”. Είναι η αρχή της.
Τώρα βιώνει το χρόνο της, όπως τον έχει ποιητικά οριοθετήσει στον γεωφυσικό της χώρο, και
με αναδρομές ξαναφέρνει στην επιφάνεια σκηνές του βίου της και γλυκόπικρες αναμνήσεις, όπως ημέρες γεμάτες άνοιξη, Καλοκαίρι, ύστερα Φθινόπωρο, πεσμένα φύλλα, η μεγάλη απώλεια, αιμορροούσα πληγή, περασμένοι έρωτες ανεκπλήρωτοι, χειμώνα με χειμωνιάτικες μπόρες και γλυκιές αλκυονίδες, για να κλείσει, προφανώς αυτό το μεγάλο κεφάλαιο της ζωής της μέσω των “πλασμάτων”, των ηρώων της, εννοώ, γιατί:
“Ο καθένας σκέφτεται, αντιλαμβάνεται ό, τι είναι διατεθειμένος για να ζει και ν’ αντέξει σ’ αυτή τη ζωή.”
Και να αρχίσει έτσι κι εκείνη να γράφει ένα καινούριο βιβλίο ποιητικό, προβλέπω, μπορεί και μυθιστόρημα, καθώς αέναα θα χαράζει ο ρυθμός σ’ ένα κομμάτι στο ταβάνι του ποιητικού στερεώματος μια λουρίδα κάτασπρο φως, θα σταλάζει αργά η σιγαλά μια ήρεμη σιωπή, κι ωσάν διαβατική βροχή, ευεργετική στη ζωή της γαλήνη για τον αιώνα του έαρος νόστου, απαλλαγμένη από όλους και από όλα, ένα ολόκληρο όλο δικό της βιβλίο και όχι μόνο ένα*
*
Παλαιό Φάληρο, 18. 5. 2026
*
«Το γράμμα που λείπει»,
το «άλικο» γράμμα που ψάχνεις απεγνωσμένα-θαρρώ, εγνωσμένα-
στο κενό που άφησε μέσα σου η τρυφερή απουσία
αφήνοντας την παλιά, όσο κι ο ήλιος της ζωής, πονεμένη ιστορία
τρύπωσε αδόκητα στην πίσω πτυχή του μυαλού,
υπάρχει, άκουσέ την, στις λέξεις που δεν έγραψες,
στις φράσεις που δεν άρμοσες,
στην αλήθεια που δεν άγγιξες ή δεν τόλμησες να την αγγίξεις,
πονάει η αλήθεια που κρύβεται στον ανείπωτο,
στον υποθετικό, πλάγιο,
μπορεί και στον «πιο ισχυρό υποθετικό λόγο»
που σημαίνει κενό απυρόβλητο ή ανυπέρβλητο ποίημα.
*
«Το γράμμα που λείπει»
υπάρχει στην πανταχού παρούσα σιωπηλή απουσία,
πίσω απ’ του φαύλου αιώνα τις ηχηρές φωταψίες
εκεί στην αφημένη στην άκρη ζωή
μπερδεμένο στους κύκλους που ανίδεη κάνει
ή στο κουβάρι που τυλίγει στο διάβα της η σιωπή,
πίσω απ’ τα σφαλισμένα παράθυρα,
στις φράσεις της «χάρτινης ιστορίας» που ανιχνεύει το έρεβος,
στα σκόρπια κομμάτια του διαμελισμένου ποιητικού σώματος,
στο αναμενόμενο γράμμα του παντός απόντος αποστολέα.
Όσο κι αν επιστρέφεις στο ίδιο πάντα σημείο
στον Τροπικό του Καρκίνου ή του Αιγόκερω,
-υπάρχει, ξέρεις ο Ισημερινός που κόβει στα δυο το κενό-
τα ίδια πάντα αναπάντητα γράμματα θα στέλνεις,
στα ίδια προσκόμματα θα σκοντάφτεις,
στους ίδιους δρόμους μοναχή θα πορεύεσαι
κι ας ουρλιάζει ολόγυρα η οφθαλμαπάτη.
*
«Το γράμμα που λείπει»
υπάρχει στα πολλά ενδεχόμενα, στις απορίες των άστρων
στα ανείπωτα λόγια, στο ποίημα που γράφτηκε ως τελευταίο συμβάν
στ’ άσπρα σεντόνια του ήλιου απλωμένα στο άπειρο,
σε ανεκπλήρωτες υποσχέσεις, σε ανεξόφλητες-όπως επιταγές-σχέσεις,
στα φιλιά που ταξίδεψαν και στα δάκρια που στέρεψαν,
στα σφαλισμένα μάτια που πήραν τα όνειρα κι έφυγαν σ’ ένα ταξίδι κενό
αψηφώντας την καταιγίδα που αναπόφευκτα έρχεται και θα περάσει αναίμακτα
το κενό της σιωπής διασχίζοντας και της μνήμης.
Υπάρχει στο ποίημα που σαν δώρημα ξένο, απροσδόκητο,
πλανάται πολύμπλαγκτο πλέοντας στον υγρό ουρανό
στην απαλάμη του Θεού πάνω
μέσα στην τέλεια Ομορφιά του απόντος παρόντος κενού.)
*
Κι έτσι όπως σε υποδέχεται ο χειμώνας των απρόσμενων βροχοπτώσεων
σ’ ένα δωμάτιο με τον περιττό αριθμό
αέναα θα χαράζει ο ρυθμός -κόντρα στον άγριο, τον αλήτη καιρό-
ένα κομμάτι στο ταβάνι του ποιητικού σου σύμπαντος άσπρο φως
και θα σταλάζει αργά η σιγαλά σαν ήρεμη σιωπή
διαβατική στη ζωή σου γαλήνη για τον αιώνα του έαρος νόστου.
*
Παλαιό Φάληρο, 19-21/5/2006
*
Από τη συλλογή “Εν αταξίαις εύτακτοι όντες”
Το δάκρυ που καίει*
Γράφεις με αίμα ποιήματα, Ελένη,
ζωγραφείς με ψηφιά στην ψυχή σου αισθήματα,
καημούς, συναισθήματα.
Γεννήθηκες με το ρυθμό και ζεις με το όνειρο,
τα βήματά σου ορίζει ο πόνος για έναν έρωτα απόντα.
Είσαι το ποίημα που ονειρεύεσαι και ζεις για να γράφεις ποιήματα,
να υμνείς την αγάπη, τον έρωτα, της απουσίας την ένδεια, την οδύνη,
την άκρα ταπείνωση, την αειπάρθενη μνήμη, της καρτερίας το τίμημα.
Ζεις κι αναπνέεις με την ανάσα του έρωτα,
είσαι ένα ποίημα προ των πυλών του αήττητου,
το ακατανόητο, ίσως, ενδεδυμένη.
Μετουσιώνεις τη νοσταλγία σε ποίημα ξορκίζοντας το κακό και το θάνατο,
μετατρέποντας τη λύπη σε ενδόμυχο πόνο, τον καημό σου σ’ ευάγκαλο θρήνο,
με άτμητο φως κεντώντας αναμνήσεις στην πέτρα
για έναν έρωτα δοξαστικό πολυύμνητο σε βαθμό κακουργήματος(!).
*
Περπατάς κι ονειρεύεσαι κι αρθρώνεις με το αίμα σου στίχους
την ψυχή σου ξοδεύοντας τεθλασμένα δωρήματα, όπως
Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου το ερωτικό,
πίετε εξ’ αυτού πάντες τούτο εστί το αίμα μου το ποιητικό.
Είσαι όλη ένα ποίημα, Ελένη, που τρέχει πίσω από τα όνειρα
κυνηγώντας το ρυθμό για έναν έρωτα πόνο
και βρέχει πάντα ο ουρανός πεφταστέρια στον ύπνο σου,
ονειρεύεσαι κι ας πορεύεσαι στην άβυσσο τού από μέσα θρήνου.
Είσαι το σύννεφο που κουβαλάς κατάσαρκα στην κόλαση και στη νύχτα
ένα κομμάτι γλαυκού ουρανού,
μια λήκυθος από θάλασσα του αείρροου
που δυναμώνει της αρνησιάς την απόδραση.
Είσαι το αιώνιο του σημάδι παντός καιρού.
Κι έτσι όπως σε υποδέχεται ο χειμώνας των απρόσμενων βροχοπτώσεων
σ’ ένα δωμάτιο με τον περιττό αριθμό
αέναα θα χαράζει ο ρυθμός -κόντρα στον άγριο, τον αλήτη καιρό-
σ’ ένα κομμάτι στο ταβάνι του ποιητικού στερεώματος μια λουρίδα κάτασπρο φως,
θα σταλάζει αργά η σιγαλά μια ήρεμη σιωπή, κι ωσάν διαβατική βροχή,
ευεργετική στη ζωή σου γαλήνη για τον αιώνα του έαρος νόστου.
*
Είσαι το δάκρυ που καίει και πονάει,
«το μοιρολόι της φώκιας» σαν τραγουδάει,
πουλί δακρυσμένο η καρδιά σου και κλαίει,
πυρωμένη βροχή στην ξανθή αμμουδιά το κλάμα κυλάει
*
Όπως ερχόσουν επέστρεφες στον ανθώνα της μνήμης
κουβαλώντας τρυφερά καλοκαίρια στην κοιλάδα του σύμπαντος
μιας ζωής που ξοδεύεται κελαηδώντας ποιήματα σ’ έναν έρωτα απόντα.
Χελιδόνι ανέστιο στον αιώνα δραπέτευες μουσκεμένη βροχή από όνειρα,
να δειπνήσεις τη σιωπή του φωτός στην απόδραση
ψηλαφώντας τον άνεμο στου κενού την απόσταση
κι η βιασύνη της μέρας σαν κορμί ξεψυχούσε,
αποτσίγαρο στο τασάκι της νύχτας.
«Μα εγώ σ’ αυτήν εδώ την καμπή του καιρού επιμένω
τεθλασμένη γραμμή της αβύσσου τη σιωπή να επιβαίνω
φυλλομετρώντας την ανάλγητη λήθη στης απουσίας τον χρόνο», είπες,
«κι όπως εν αταξίαις εύτακτοι όντες οδεύομε ο καθένας του μόνος
φορτωμένοι ευωδιές από έρωτα
μουλιασμένοι στις ρυτίδες του χρόνου...»
και σώπασαν μεθυσμένα τα τριζόνια και της νύχτας οι ψίθυροι
κι άρχισε να σταλάζει το σύμπαν σιωπηλή βροχή στον ανθώνα
*
* “Σύνοψις ποιητική”
Η ζωγραφική των αισθημάτων, εξ αφορμής της ποιητικής συλλογής
της Ελένης Γκίκα “Εν αταξίαις εύτακτοι όντες”, Άγκυρα, 2006.
Παλαιό Φάληρο, 20. 5. 2026
Ελένη Γκίκα
Αχ
ακριβή μου Ελένη, με συγκινείς πάντα! Κανένας δεν με ξέρει όπως εσύ!
Σου χρωστώ τον μπαμπά μου, το βαθύ βλέμμα σου στη δουλειά μου, την φιλία
που αντέχει στα δύσκολα και στον χρόνο! Σε φιλώ, σε χιλιοευχαριστώ και
σε αγαπώ πάντα πάντα 
- Απάντηση
Ελένη Χωρεάνθη: Επιλέγω/ παρουσιάζω συγγραφέα/ βιβλίο
Ελένη Γκίκα: sans voir/ Μυθιστόρημα, ΑΡΜΟΣ εκδόσεις, 2026
“...«Μα εγώ σ’ αυτήν εδώ την καμπή του καιρού επιμένω * τεθλασμένη γραμμή της αβύσσου τη σιωπή να επιβαίνω * φυλλομετρώντας την ανάλγητη λήθη στης απουσίας τον χρόνο»,
‘κι όπως εν αταξίαις εύτακτοι όντες οδεύομε ο καθένας του μόνος
φορτωμένοι ευωδιές από έρωτα
μουλιασμένοι στις ρυτίδες του χρόνου…’, είπες
και σώπασαν μεθυσμένα τα τριζόνια και της νύχτας οι ψίθυροι
κι άρχισε να σταλάζει το σύμπαν σιωπηλή βροχή στον ανθώνα...*”
*
Επι 42 συναπτά έτη βυθισμένη στα βιβλία και στις εφημερίδες, έχει τόσα πολλά αποκομίσει, φορτίο “ευάγκαλον” αφ’ ενός και βάρος δυσβάστακτο αφ’ ετέρου Έχει κατακτήσει και αφομοιώσει και εντάξει αποσπάσματα από σπουδαία έργα μεγάλων συγγραφέων της παγκόσμιας λογοτεχνίας στο σύνολο σχεδόν των μυθιστορημάτων της. Και είναι απορίας άξιο και μελέτης η περίπτωσή της, καθ’ όσον έχει αποθηκεύσει και εσωτερικοποιήσει, έχει κάνει κτήμα της τόσον πλούτο γνώσεων. Σαράντα δύο χρόνια “συμβίωσης” με τη λογοτεχνία δεν είναι λίγα!
Ως επαρκής αναγνώστρια της προσφοράς της Ελένης Γκίκα στην ποίηση και πεζογραφία, καθώς έχω ασχοληθεί με το σύνολο σχεδόν των βιβλίων της, μπορώ βάσιμα να έχω άποψη και γνώμη. Μπορώ, λοιπόν, να μιλήσω για το ίσαμε τώρα κατορθωμένο έργο της. Και δεν μπορώ να μην παρουσιάσω δείγματα από το ποιητικό δημοσιοποιημένο έργο της με το οποίο έχω συστηματικά σχεδόν ασχοληθεί αφότου συναντηθήκαμε στο βιβλιοπωλείο Σ. Ι. Ζαχαρόπουλου, πριν 38 με 40 χρόνια, όταν τα Γραφεεία της εφημερίδας ΕΘΝΟΣ που η όμορφη νεαρή ποιήτρια Ελένη Γκίκα, εργαζόταν, ήταν στο ίδιο κτίριο της οδού Σταδίου 5, Στο σύνταγμα.
Με το sans voir, το ολοκαίνουργο βιβλίο της με τον πολυσήμαντο τίτλο “sans voir” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΡΜΟΣ με χαρακτηριστικό εξώφυλλο το οποίο κοσμεί ο εμβληματικός πίνακας “Οι κόρες του Έντουαρντ Ντάφλει Μπόιτ” του Tzohn Singer Sargent/ 1882 Παρίσι, η Ελένη Γκίκα μπαίνει σε νέο κύκλο αφήγησης, μάλλον επιστρέφει στις ρίζες της όπου συναντάει τον εαυτό της, ανασκαλεύοντας με ποιητική διάθεση και τρόπο το παρελθόν της.
Όπως στα τέσσερα προηγούμενα μυθιστόρήματά της, κυρίως, “Λίλιθ”, ΚΑΛΕΝΤΗΣ, 2014, “Η ωραία της νύχτας", 2018, Διάπλαση, “Προσωπαγνωσία”, 2021, ΑΩ και “Ο τελευταίος Άλυπος”, 2023, ΑΡΜΟΣ, με τα οποία έχω ασχοληθεί εκτενώς, ξαναγυρίζει στις μικρές στιγμές της, στα πρώτα φανερώματα της ζωής στα μάτια της, στον τόπο γέννησής της, ανταμώνει τους αγαπημένους ανθρώπους του τόπου της που είναι άρρηκτα δεμένη μαζί τους, εκεί όπου αισθάνεται ασφαλής και ξαναζεί τα χρόνια της παιδικής και της νεανικής ηλικίας, αλλά και της ώριμης ηλικίας της, παραλληλίζοντας τα στάδια εξέλιξης και διαδρομής της στο χώρο του βιβλίου, με τις εποχές του έτους.
Οι μικρές, θεωρούμενες “ασήμαντες” στιγμές και ώρες και ημέρες και χρόνια, είναι όχι απλώς σημαντικές, είναι καθοριστικές. Η Ελένη Γκίκα στην από μέσα μοναξιά της βιώνει ποιητικά τον πολύτιμο χρόνο της. Τα λέει όλα, συμπερασματικά και τελεσίδικα, ο τίτλος του πρώτου κεφαλαίου “Θ’ ανθίσει όμως”. Γιατί στα πρώτα χρόνια της ζωής της πήρε όσα μπόρεσε από το φυσικό και το ανθρώπινο περιβάλλον, τον κόσμο, συνειδητοποιεί πως οι άνθρωποι γύρω της “είναι άνθρωποι, δεν είναι πλήκτρα πιάνου”. Είναι η αρχή της.
Τώρα βιώνει το χρόνο της, όπως τον έχει ποιητικά οριοθετήσει στον γεωφυσικό της χώρο, και
με αναδρομές ξαναφέρνει στην επιφάνεια σκηνές του βίου της και γλυκόπικρες αναμνήσεις, όπως ημέρες γεμάτες άνοιξη, Καλοκαίρι, ύστερα Φθινόπωρο, πεσμένα φύλλα, η μεγάλη απώλεια, αιμορροούσα πληγή, περασμένοι έρωτες ανεκπλήρωτοι, χειμώνα με χειμωνιάτικες μπόρες και γλυκιές αλκυονίδες, για να κλείσει, προφανώς αυτό το μεγάλο κεφάλαιο της ζωής της μέσω των “πλασμάτων”, των ηρώων της, εννοώ, γιατί:
“Ο καθένας σκέφτεται, αντιλαμβάνεται ό, τι είναι διατεθειμένος για να ζει και ν’ αντέξει σ’ αυτή τη ζωή.”
Και να αρχίσει έτσι κι εκείνη να γράφει ένα καινούριο βιβλίο ποιητικό, προβλέπω, μπορεί και μυθιστόρημα, καθώς αέναα θα χαράζει ο ρυθμός σ’ ένα κομμάτι στο ταβάνι του ποιητικού στερεώματος μια λουρίδα κάτασπρο φως, θα σταλάζει αργά η σιγαλά μια ήρεμη σιωπή, κι ωσάν διαβατική βροχή, ευεργετική στη ζωή της γαλήνη για τον αιώνα του έαρος νόστου, απαλλαγμένη από όλους και από όλα, ένα ολόκληρο όλο δικό της βιβλίο και όχι μόνο ένα*
*
Παλαιό Φάληρο, 18. 5. 2026
*
«Το γράμμα που λείπει»,
το «άλικο» γράμμα που ψάχνεις απεγνωσμένα-θαρρώ, εγνωσμένα-
στο κενό που άφησε μέσα σου η τρυφερή απουσία
αφήνοντας την παλιά, όσο κι ο ήλιος της ζωής, πονεμένη ιστορία
τρύπωσε αδόκητα στην πίσω πτυχή του μυαλού,
υπάρχει, άκουσέ την, στις λέξεις που δεν έγραψες,
στις φράσεις που δεν άρμοσες,
στην αλήθεια που δεν άγγιξες ή δεν τόλμησες να την αγγίξεις,
πονάει η αλήθεια που κρύβεται στον ανείπωτο,
στον υποθετικό, πλάγιο,
μπορεί και στον «πιο ισχυρό υποθετικό λόγο»
που σημαίνει κενό απυρόβλητο ή ανυπέρβλητο ποίημα.
*
«Το γράμμα που λείπει»
υπάρχει στην πανταχού παρούσα σιωπηλή απουσία,
πίσω απ’ του φαύλου αιώνα τις ηχηρές φωταψίες
εκεί στην αφημένη στην άκρη ζωή
μπερδεμένο στους κύκλους που ανίδεη κάνει
ή στο κουβάρι που τυλίγει στο διάβα της η σιωπή,
πίσω απ’ τα σφαλισμένα παράθυρα,
στις φράσεις της «χάρτινης ιστορίας» που ανιχνεύει το έρεβος,
στα σκόρπια κομμάτια του διαμελισμένου ποιητικού σώματος,
στο αναμενόμενο γράμμα του παντός απόντος αποστολέα.
Όσο κι αν επιστρέφεις στο ίδιο πάντα σημείο
στον Τροπικό του Καρκίνου ή του Αιγόκερω,
-υπάρχει, ξέρεις ο Ισημερινός που κόβει στα δυο το κενό-
τα ίδια πάντα αναπάντητα γράμματα θα στέλνεις,
στα ίδια προσκόμματα θα σκοντάφτεις,
στους ίδιους δρόμους μοναχή θα πορεύεσαι
κι ας ουρλιάζει ολόγυρα η οφθαλμαπάτη.
*
«Το γράμμα που λείπει»
υπάρχει στα πολλά ενδεχόμενα, στις απορίες των άστρων
στα ανείπωτα λόγια, στο ποίημα που γράφτηκε ως τελευταίο συμβάν
στ’ άσπρα σεντόνια του ήλιου απλωμένα στο άπειρο,
σε ανεκπλήρωτες υποσχέσεις, σε ανεξόφλητες-όπως επιταγές-σχέσεις,
στα φιλιά που ταξίδεψαν και στα δάκρια που στέρεψαν,
στα σφαλισμένα μάτια που πήραν τα όνειρα κι έφυγαν σ’ ένα ταξίδι κενό
αψηφώντας την καταιγίδα που αναπόφευκτα έρχεται και θα περάσει αναίμακτα
το κενό της σιωπής διασχίζοντας και της μνήμης.
Υπάρχει στο ποίημα που σαν δώρημα ξένο, απροσδόκητο,
πλανάται πολύμπλαγκτο πλέοντας στον υγρό ουρανό
στην απαλάμη του Θεού πάνω
μέσα στην τέλεια Ομορφιά του απόντος παρόντος κενού.)
*
Κι έτσι όπως σε υποδέχεται ο χειμώνας των απρόσμενων βροχοπτώσεων
σ’ ένα δωμάτιο με τον περιττό αριθμό
αέναα θα χαράζει ο ρυθμός -κόντρα στον άγριο, τον αλήτη καιρό-
ένα κομμάτι στο ταβάνι του ποιητικού σου σύμπαντος άσπρο φως
και θα σταλάζει αργά η σιγαλά σαν ήρεμη σιωπή
διαβατική στη ζωή σου γαλήνη για τον αιώνα του έαρος νόστου.
*
Παλαιό Φάληρο, 19-21/5/2006
*
Από τη συλλογή “Εν αταξίαις εύτακτοι όντες”
Το δάκρυ που καίει*
Γράφεις με αίμα ποιήματα, Ελένη,
ζωγραφείς με ψηφιά στην ψυχή σου αισθήματα,
καημούς, συναισθήματα.
Γεννήθηκες με το ρυθμό και ζεις με το όνειρο,
τα βήματά σου ορίζει ο πόνος για έναν έρωτα απόντα.
Είσαι το ποίημα που ονειρεύεσαι και ζεις για να γράφεις ποιήματα,
να υμνείς την αγάπη, τον έρωτα, της απουσίας την ένδεια, την οδύνη,
την άκρα ταπείνωση, την αειπάρθενη μνήμη, της καρτερίας το τίμημα.
Ζεις κι αναπνέεις με την ανάσα του έρωτα,
είσαι ένα ποίημα προ των πυλών του αήττητου,
το ακατανόητο, ίσως, ενδεδυμένη.
Μετουσιώνεις τη νοσταλγία σε ποίημα ξορκίζοντας το κακό και το θάνατο,
μετατρέποντας τη λύπη σε ενδόμυχο πόνο, τον καημό σου σ’ ευάγκαλο θρήνο,
με άτμητο φως κεντώντας αναμνήσεις στην πέτρα
για έναν έρωτα δοξαστικό πολυύμνητο σε βαθμό κακουργήματος(!).
*
Περπατάς κι ονειρεύεσαι κι αρθρώνεις με το αίμα σου στίχους
την ψυχή σου ξοδεύοντας τεθλασμένα δωρήματα, όπως
Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου το ερωτικό,
πίετε εξ’ αυτού πάντες τούτο εστί το αίμα μου το ποιητικό.
Είσαι όλη ένα ποίημα, Ελένη, που τρέχει πίσω από τα όνειρα
κυνηγώντας το ρυθμό για έναν έρωτα πόνο
και βρέχει πάντα ο ουρανός πεφταστέρια στον ύπνο σου,
ονειρεύεσαι κι ας πορεύεσαι στην άβυσσο τού από μέσα θρήνου.
Είσαι το σύννεφο που κουβαλάς κατάσαρκα στην κόλαση και στη νύχτα
ένα κομμάτι γλαυκού ουρανού,
μια λήκυθος από θάλασσα του αείρροου
που δυναμώνει της αρνησιάς την απόδραση.
Είσαι το αιώνιο του σημάδι παντός καιρού.
Κι έτσι όπως σε υποδέχεται ο χειμώνας των απρόσμενων βροχοπτώσεων
σ’ ένα δωμάτιο με τον περιττό αριθμό
αέναα θα χαράζει ο ρυθμός -κόντρα στον άγριο, τον αλήτη καιρό-
σ’ ένα κομμάτι στο ταβάνι του ποιητικού στερεώματος μια λουρίδα κάτασπρο φως,
θα σταλάζει αργά η σιγαλά μια ήρεμη σιωπή, κι ωσάν διαβατική βροχή,
ευεργετική στη ζωή σου γαλήνη για τον αιώνα του έαρος νόστου.
*
Είσαι το δάκρυ που καίει και πονάει,
«το μοιρολόι της φώκιας» σαν τραγουδάει,
πουλί δακρυσμένο η καρδιά σου και κλαίει,
πυρωμένη βροχή στην ξανθή αμμουδιά το κλάμα κυλάει
*
Όπως ερχόσουν επέστρεφες στον ανθώνα της μνήμης
κουβαλώντας τρυφερά καλοκαίρια στην κοιλάδα του σύμπαντος
μιας ζωής που ξοδεύεται κελαηδώντας ποιήματα σ’ έναν έρωτα απόντα.
Χελιδόνι ανέστιο στον αιώνα δραπέτευες μουσκεμένη βροχή από όνειρα,
να δειπνήσεις τη σιωπή του φωτός στην απόδραση
ψηλαφώντας τον άνεμο στου κενού την απόσταση
κι η βιασύνη της μέρας σαν κορμί ξεψυχούσε,
αποτσίγαρο στο τασάκι της νύχτας.
«Μα εγώ σ’ αυτήν εδώ την καμπή του καιρού επιμένω
τεθλασμένη γραμμή της αβύσσου τη σιωπή να επιβαίνω
φυλλομετρώντας την ανάλγητη λήθη στης απουσίας τον χρόνο», είπες,
«κι όπως εν αταξίαις εύτακτοι όντες οδεύομε ο καθένας του μόνος
φορτωμένοι ευωδιές από έρωτα
μουλιασμένοι στις ρυτίδες του χρόνου...»
και σώπασαν μεθυσμένα τα τριζόνια και της νύχτας οι ψίθυροι
κι άρχισε να σταλάζει το σύμπαν σιωπηλή βροχή στον ανθώνα
*
* “Σύνοψις ποιητική”
Η ζωγραφική των αισθημάτων, εξ αφορμής της ποιητικής συλλογής
της Ελένης Γκίκα “Εν αταξίαις εύτακτοι όντες”, Άγκυρα, 2006.
Παλαιό Φάληρο, 20. 5. 2026
Ελένη Γκίκα
Αχ
ακριβή μου Ελένη, με συγκινείς πάντα! Κανένας δεν με ξέρει όπως εσύ!
Σου χρωστώ τον μπαμπά μου, το βαθύ βλέμμα σου στη δουλειά μου, την φιλία
που αντέχει στα δύσκολα και στον χρόνο! Σε φιλώ, σε χιλιοευχαριστώ και
σε αγαπώ πάντα πάντα 
- Απάντηση
Ελένη Χωρεάνθη: Επιλέγω/ παρουσιάζω συγγραφέα/ βιβλίο
Ελένη Γκίκα: sans voir/ Μυθιστόρημα, ΑΡΜΟΣ εκδόσεις, 2026
“...«Μα εγώ σ’ αυτήν εδώ την καμπή του καιρού επιμένω * τεθλασμένη γραμμή της αβύσσου τη σιωπή να επιβαίνω * φυλλομετρώντας την ανάλγητη λήθη στης απουσίας τον χρόνο»,
‘κι όπως εν αταξίαις εύτακτοι όντες οδεύομε ο καθένας του μόνος
φορτωμένοι ευωδιές από έρωτα
μουλιασμένοι στις ρυτίδες του χρόνου…’, είπες
και σώπασαν μεθυσμένα τα τριζόνια και της νύχτας οι ψίθυροι
κι άρχισε να σταλάζει το σύμπαν σιωπηλή βροχή στον ανθώνα...*”
*
Επι 42 συναπτά έτη βυθισμένη στα βιβλία και στις εφημερίδες, έχει τόσα πολλά αποκομίσει, φορτίο “ευάγκαλον” αφ’ ενός και βάρος δυσβάστακτο αφ’ ετέρου Έχει κατακτήσει και αφομοιώσει και εντάξει αποσπάσματα από σπουδαία έργα μεγάλων συγγραφέων της παγκόσμιας λογοτεχνίας στο σύνολο σχεδόν των μυθιστορημάτων της. Και είναι απορίας άξιο και μελέτης η περίπτωσή της, καθ’ όσον έχει αποθηκεύσει και εσωτερικοποιήσει, έχει κάνει κτήμα της τόσον πλούτο γνώσεων. Σαράντα δύο χρόνια “συμβίωσης” με τη λογοτεχνία δεν είναι λίγα!
Ως επαρκής αναγνώστρια της προσφοράς της Ελένης Γκίκα στην ποίηση και πεζογραφία, καθώς έχω ασχοληθεί με το σύνολο σχεδόν των βιβλίων της, μπορώ βάσιμα να έχω άποψη και γνώμη. Μπορώ, λοιπόν, να μιλήσω για το ίσαμε τώρα κατορθωμένο έργο της. Και δεν μπορώ να μην παρουσιάσω δείγματα από το ποιητικό δημοσιοποιημένο έργο της με το οποίο έχω συστηματικά σχεδόν ασχοληθεί αφότου συναντηθήκαμε στο βιβλιοπωλείο Σ. Ι. Ζαχαρόπουλου, πριν 38 με 40 χρόνια, όταν τα Γραφεεία της εφημερίδας ΕΘΝΟΣ που η όμορφη νεαρή ποιήτρια Ελένη Γκίκα, εργαζόταν, ήταν στο ίδιο κτίριο της οδού Σταδίου 5, Στο σύνταγμα.
Με το sans voir, το ολοκαίνουργο βιβλίο της με τον πολυσήμαντο τίτλο “sans voir” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΡΜΟΣ με χαρακτηριστικό εξώφυλλο το οποίο κοσμεί ο εμβληματικός πίνακας “Οι κόρες του Έντουαρντ Ντάφλει Μπόιτ” του Tzohn Singer Sargent/ 1882 Παρίσι, η Ελένη Γκίκα μπαίνει σε νέο κύκλο αφήγησης, μάλλον επιστρέφει στις ρίζες της όπου συναντάει τον εαυτό της, ανασκαλεύοντας με ποιητική διάθεση και τρόπο το παρελθόν της.
Όπως στα τέσσερα προηγούμενα μυθιστόρήματά της, κυρίως, “Λίλιθ”, ΚΑΛΕΝΤΗΣ, 2014, “Η ωραία της νύχτας", 2018, Διάπλαση, “Προσωπαγνωσία”, 2021, ΑΩ και “Ο τελευταίος Άλυπος”, 2023, ΑΡΜΟΣ, με τα οποία έχω ασχοληθεί εκτενώς, ξαναγυρίζει στις μικρές στιγμές της, στα πρώτα φανερώματα της ζωής στα μάτια της, στον τόπο γέννησής της, ανταμώνει τους αγαπημένους ανθρώπους του τόπου της που είναι άρρηκτα δεμένη μαζί τους, εκεί όπου αισθάνεται ασφαλής και ξαναζεί τα χρόνια της παιδικής και της νεανικής ηλικίας, αλλά και της ώριμης ηλικίας της, παραλληλίζοντας τα στάδια εξέλιξης και διαδρομής της στο χώρο του βιβλίου, με τις εποχές του έτους.
Οι μικρές, θεωρούμενες “ασήμαντες” στιγμές και ώρες και ημέρες και χρόνια, είναι όχι απλώς σημαντικές, είναι καθοριστικές. Η Ελένη Γκίκα στην από μέσα μοναξιά της βιώνει ποιητικά τον πολύτιμο χρόνο της. Τα λέει όλα, συμπερασματικά και τελεσίδικα, ο τίτλος του πρώτου κεφαλαίου “Θ’ ανθίσει όμως”. Γιατί στα πρώτα χρόνια της ζωής της πήρε όσα μπόρεσε από το φυσικό και το ανθρώπινο περιβάλλον, τον κόσμο, συνειδητοποιεί πως οι άνθρωποι γύρω της “είναι άνθρωποι, δεν είναι πλήκτρα πιάνου”. Είναι η αρχή της.
Τώρα βιώνει το χρόνο της, όπως τον έχει ποιητικά οριοθετήσει στον γεωφυσικό της χώρο, και
με αναδρομές ξαναφέρνει στην επιφάνεια σκηνές του βίου της και γλυκόπικρες αναμνήσεις, όπως ημέρες γεμάτες άνοιξη, Καλοκαίρι, ύστερα Φθινόπωρο, πεσμένα φύλλα, η μεγάλη απώλεια, αιμορροούσα πληγή, περασμένοι έρωτες ανεκπλήρωτοι, χειμώνα με χειμωνιάτικες μπόρες και γλυκιές αλκυονίδες, για να κλείσει, προφανώς αυτό το μεγάλο κεφάλαιο της ζωής της μέσω των “πλασμάτων”, των ηρώων της, εννοώ, γιατί:
“Ο καθένας σκέφτεται, αντιλαμβάνεται ό, τι είναι διατεθειμένος για να ζει και ν’ αντέξει σ’ αυτή τη ζωή.”
Και να αρχίσει έτσι κι εκείνη να γράφει ένα καινούριο βιβλίο ποιητικό, προβλέπω, μπορεί και μυθιστόρημα, καθώς αέναα θα χαράζει ο ρυθμός σ’ ένα κομμάτι στο ταβάνι του ποιητικού στερεώματος μια λουρίδα κάτασπρο φως, θα σταλάζει αργά η σιγαλά μια ήρεμη σιωπή, κι ωσάν διαβατική βροχή, ευεργετική στη ζωή της γαλήνη για τον αιώνα του έαρος νόστου, απαλλαγμένη από όλους και από όλα, ένα ολόκληρο όλο δικό της βιβλίο και όχι μόνο ένα*
*
Παλαιό Φάληρο, 18. 5. 2026
*
«Το γράμμα που λείπει»,
το «άλικο» γράμμα που ψάχνεις απεγνωσμένα-θαρρώ, εγνωσμένα-
στο κενό που άφησε μέσα σου η τρυφερή απουσία
αφήνοντας την παλιά, όσο κι ο ήλιος της ζωής, πονεμένη ιστορία
τρύπωσε αδόκητα στην πίσω πτυχή του μυαλού,
υπάρχει, άκουσέ την, στις λέξεις που δεν έγραψες,
στις φράσεις που δεν άρμοσες,
στην αλήθεια που δεν άγγιξες ή δεν τόλμησες να την αγγίξεις,
πονάει η αλήθεια που κρύβεται στον ανείπωτο,
στον υποθετικό, πλάγιο,
μπορεί και στον «πιο ισχυρό υποθετικό λόγο»
που σημαίνει κενό απυρόβλητο ή ανυπέρβλητο ποίημα.
*
«Το γράμμα που λείπει»
υπάρχει στην πανταχού παρούσα σιωπηλή απουσία,
πίσω απ’ του φαύλου αιώνα τις ηχηρές φωταψίες
εκεί στην αφημένη στην άκρη ζωή
μπερδεμένο στους κύκλους που ανίδεη κάνει
ή στο κουβάρι που τυλίγει στο διάβα της η σιωπή,
πίσω απ’ τα σφαλισμένα παράθυρα,
στις φράσεις της «χάρτινης ιστορίας» που ανιχνεύει το έρεβος,
στα σκόρπια κομμάτια του διαμελισμένου ποιητικού σώματος,
στο αναμενόμενο γράμμα του παντός απόντος αποστολέα.
Όσο κι αν επιστρέφεις στο ίδιο πάντα σημείο
στον Τροπικό του Καρκίνου ή του Αιγόκερω,
-υπάρχει, ξέρεις ο Ισημερινός που κόβει στα δυο το κενό-
τα ίδια πάντα αναπάντητα γράμματα θα στέλνεις,
στα ίδια προσκόμματα θα σκοντάφτεις,
στους ίδιους δρόμους μοναχή θα πορεύεσαι
κι ας ουρλιάζει ολόγυρα η οφθαλμαπάτη.
*
«Το γράμμα που λείπει»
υπάρχει στα πολλά ενδεχόμενα, στις απορίες των άστρων
στα ανείπωτα λόγια, στο ποίημα που γράφτηκε ως τελευταίο συμβάν
στ’ άσπρα σεντόνια του ήλιου απλωμένα στο άπειρο,
σε ανεκπλήρωτες υποσχέσεις, σε ανεξόφλητες-όπως επιταγές-σχέσεις,
στα φιλιά που ταξίδεψαν και στα δάκρια που στέρεψαν,
στα σφαλισμένα μάτια που πήραν τα όνειρα κι έφυγαν σ’ ένα ταξίδι κενό
αψηφώντας την καταιγίδα που αναπόφευκτα έρχεται και θα περάσει αναίμακτα
το κενό της σιωπής διασχίζοντας και της μνήμης.
Υπάρχει στο ποίημα που σαν δώρημα ξένο, απροσδόκητο,
πλανάται πολύμπλαγκτο πλέοντας στον υγρό ουρανό
στην απαλάμη του Θεού πάνω
μέσα στην τέλεια Ομορφιά του απόντος παρόντος κενού.)
*
Κι έτσι όπως σε υποδέχεται ο χειμώνας των απρόσμενων βροχοπτώσεων
σ’ ένα δωμάτιο με τον περιττό αριθμό
αέναα θα χαράζει ο ρυθμός -κόντρα στον άγριο, τον αλήτη καιρό-
ένα κομμάτι στο ταβάνι του ποιητικού σου σύμπαντος άσπρο φως
και θα σταλάζει αργά η σιγαλά σαν ήρεμη σιωπή
διαβατική στη ζωή σου γαλήνη για τον αιώνα του έαρος νόστου.
*
Παλαιό Φάληρο, 19-21/5/2006
*
Από τη συλλογή “Εν αταξίαις εύτακτοι όντες”
Το δάκρυ που καίει*
Γράφεις με αίμα ποιήματα, Ελένη,
ζωγραφείς με ψηφιά στην ψυχή σου αισθήματα,
καημούς, συναισθήματα.
Γεννήθηκες με το ρυθμό και ζεις με το όνειρο,
τα βήματά σου ορίζει ο πόνος για έναν έρωτα απόντα.
Είσαι το ποίημα που ονειρεύεσαι και ζεις για να γράφεις ποιήματα,
να υμνείς την αγάπη, τον έρωτα, της απουσίας την ένδεια, την οδύνη,
την άκρα ταπείνωση, την αειπάρθενη μνήμη, της καρτερίας το τίμημα.
Ζεις κι αναπνέεις με την ανάσα του έρωτα,
είσαι ένα ποίημα προ των πυλών του αήττητου,
το ακατανόητο, ίσως, ενδεδυμένη.
Μετουσιώνεις τη νοσταλγία σε ποίημα ξορκίζοντας το κακό και το θάνατο,
μετατρέποντας τη λύπη σε ενδόμυχο πόνο, τον καημό σου σ’ ευάγκαλο θρήνο,
με άτμητο φως κεντώντας αναμνήσεις στην πέτρα
για έναν έρωτα δοξαστικό πολυύμνητο σε βαθμό κακουργήματος(!).
*
Περπατάς κι ονειρεύεσαι κι αρθρώνεις με το αίμα σου στίχους
την ψυχή σου ξοδεύοντας τεθλασμένα δωρήματα, όπως
Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου το ερωτικό,
πίετε εξ’ αυτού πάντες τούτο εστί το αίμα μου το ποιητικό.
Είσαι όλη ένα ποίημα, Ελένη, που τρέχει πίσω από τα όνειρα
κυνηγώντας το ρυθμό για έναν έρωτα πόνο
και βρέχει πάντα ο ουρανός πεφταστέρια στον ύπνο σου,
ονειρεύεσαι κι ας πορεύεσαι στην άβυσσο τού από μέσα θρήνου.
Είσαι το σύννεφο που κουβαλάς κατάσαρκα στην κόλαση και στη νύχτα
ένα κομμάτι γλαυκού ουρανού,
μια λήκυθος από θάλασσα του αείρροου
που δυναμώνει της αρνησιάς την απόδραση.
Είσαι το αιώνιο του σημάδι παντός καιρού.
Κι έτσι όπως σε υποδέχεται ο χειμώνας των απρόσμενων βροχοπτώσεων
σ’ ένα δωμάτιο με τον περιττό αριθμό
αέναα θα χαράζει ο ρυθμός -κόντρα στον άγριο, τον αλήτη καιρό-
σ’ ένα κομμάτι στο ταβάνι του ποιητικού στερεώματος μια λουρίδα κάτασπρο φως,
θα σταλάζει αργά η σιγαλά μια ήρεμη σιωπή, κι ωσάν διαβατική βροχή,
ευεργετική στη ζωή σου γαλήνη για τον αιώνα του έαρος νόστου.
*
Είσαι το δάκρυ που καίει και πονάει,
«το μοιρολόι της φώκιας» σαν τραγουδάει,
πουλί δακρυσμένο η καρδιά σου και κλαίει,
πυρωμένη βροχή στην ξανθή αμμουδιά το κλάμα κυλάει
*
Όπως ερχόσουν επέστρεφες στον ανθώνα της μνήμης
κουβαλώντας τρυφερά καλοκαίρια στην κοιλάδα του σύμπαντος
μιας ζωής που ξοδεύεται κελαηδώντας ποιήματα σ’ έναν έρωτα απόντα.
Χελιδόνι ανέστιο στον αιώνα δραπέτευες μουσκεμένη βροχή από όνειρα,
να δειπνήσεις τη σιωπή του φωτός στην απόδραση
ψηλαφώντας τον άνεμο στου κενού την απόσταση
κι η βιασύνη της μέρας σαν κορμί ξεψυχούσε,
αποτσίγαρο στο τασάκι της νύχτας.
«Μα εγώ σ’ αυτήν εδώ την καμπή του καιρού επιμένω
τεθλασμένη γραμμή της αβύσσου τη σιωπή να επιβαίνω
φυλλομετρώντας την ανάλγητη λήθη στης απουσίας τον χρόνο», είπες,
«κι όπως εν αταξίαις εύτακτοι όντες οδεύομε ο καθένας του μόνος
φορτωμένοι ευωδιές από έρωτα
μουλιασμένοι στις ρυτίδες του χρόνου...»
και σώπασαν μεθυσμένα τα τριζόνια και της νύχτας οι ψίθυροι
κι άρχισε να σταλάζει το σύμπαν σιωπηλή βροχή στον ανθώνα
*
* “Σύνοψις ποιητική”
Η ζωγραφική των αισθημάτων, εξ αφορμής της ποιητικής συλλογής
της Ελένης Γκίκα “Εν αταξίαις εύτακτοι όντες”, Άγκυρα, 2006.
Παλαιό Φάληρο, 20. 5. 2026
Ελένη Γκίκα
Αχ
ακριβή μου Ελένη, με συγκινείς πάντα! Κανένας δεν με ξέρει όπως εσύ!
Σου χρωστώ τον μπαμπά μου, το βαθύ βλέμμα σου στη δουλειά μου, την φιλία
που αντέχει στα δύσκολα και στον χρόνο! Σε φιλώ, σε χιλιοευχαριστώ και
σε αγαπώ πάντα πάντα 
- Απάντηση

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου