Ελένη Χωρεάνθη: Επιλέγω/ παρουσιάζω θέματα Πολιτισμού
Ανθολόγιο μεγάλων Ελλήνων ποιητών*
"...Αυθαίρετα μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι δεν διαβάζεται σήμερα ο Παλαμάς. Ότι ο Παλαμάς ως ποιητής ανήκει στην ιστορία της λογοτεχνίας, ότι είναι ξεπερασμένος, δεν ενδιαφέρει το σύγχρονο αναγνώστη. Αλλά μήπως διαβάζεται σήμερα ο Σεφέρης όπως διαβαζόταν ως την προηγούμενη δεκαετία, παρά το Νόμπελ και την παγκόσμια (
αναγνώριση; Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και ο Σεφέρης δεν αποτελεί σημαντικό κεφάλαιο στη Νεοελληνική Λογοτεχνία. Άλλοι τότε οι καιροί, άλλες οι κοινωνικές συνθήκες, τα λογοτεχνικά ρεύματα και δρώμενα, άλλο το πνεύμα και η νοοτροπία των ποιητών που ήταν εγκλωβισμένοι στο πλέγμα του ευρωπαϊσμού. Το σημαντικό πάντως είναι ότι πίσω και πάνω και πέρα από όλες τις αντικρουόμενες απόψεις, τα ποικίλα και αντιφατικά σχόλια, τις κρίσεις και επικρίσεις, τις αμφισβητήσεις, την παραδοχή και την απόρριψη, που δεν έλειψαν και στον καιρό του, ξέχωρα από τις εορταστικές εκδηλώσεις για τα εξήντα χρόνια από το θάνατο του ποιητή, υπάρχει ένα κατορθωμένο, γερά θεμελιωμένο, ελληνοκεντρικό ποιητικό οικοδόμημα. Ένα έργο μεγαλόπνοο και δυναμικό με πυρήνα ακατάλυτο. Το έργο του Παλαμά, έργο ζωής, ήταν, είναι, και θα είναι πάντα επίκαιρο, γατί είναι ελληνοκεντρικό, έχει στοιχεία διαχρονικά και προκαλεί, είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο, αντιστάσεις...**"
*
Ο Κωστής Παλαμάς, ωστόσο, είναι ένα πολύ μεγάλο ποιητικό ανάστημα, Εθνικός ποιητής, μετά το Σολωμό ή πλάι στο Σολωμό και τον Κάλβο. Δούλεψε και καθιέρωσε τη Δημοτική μας, τη Νεοελληνική γλώσσα. Πέρασε μέσα στα "Τραγούδια της πατρίδας μου", τους "Καημούς της λιμνοθάλασσας", την "Ασάλευτη ζωή", τη "Φοινικιά", το "Θάνατο του παλικαριού", τον "Τάφο", το "Δωδεκάλογο του γύφτου", τη "Φλογέρα του βασιλιά" και τα "Σατιρικά" του ακόμα, τους καημούς της ρωμιοσύνης μ' έναν ξεχωριστό τρόπο. Υπήρξε μέγας "γλωσσπλάστης",
Αν και Μεσολογγίτης, όλα τα χρόνια του τα έζησε στο κέντρο της Αθήνας, στην οδό Ασκληπιού, απέναντι από το Πνευματικό Κέντρο, στον περίβολο του οποίου είναι στημένο το άγαλμά του, που τον παριστάνει σκυμμένο στα χαρτιά του! Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ποιήματά του ηια τον τόπο της καταγωγής του το οποίο προέρχεται από τη συλλογή. "Οι καημοί της λιμνοθάλασσας", είναι το ποίημα "Μια πίκρα", το οποίο αναφέρεται στα πρώτα παιδικά του χρόνια στο Μεσολόγγι με το φεγγαρόστρατο και την υγρή ατμόσφαιρα, καθοριστικά στοιχεία που διαμόρφωσαν την ποιητική προσωπικότητά του:
«Μια πίκρα»
Τα πρώτα μου χρόνια τ’ αξέχαστα τα ’ζησα
κοντά στ’ ακρογιάλι,
στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,
στη θάλασσα εκεί την πλατιά, τη μεγάλη.
*
Και κάθε φορά που μπροστά μου η πρωτάνθιστη
ζωούλα προβάλλει,
και βλέπω τα ονείρατα κι ακούω τα μιλήματα
των πρώτω μου χρόνω κοντά στ’ ακρογιάλι,
*
στενάζεις, καρδιά μου, το ίδιο αναστένασμα:
Να ζούσα και πάλι
στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,
στη θάλασσα εκεί την πλατιά, τη μεγάλη.
*
Μια μένα είν’ η μοίρα μου, μια μένα είν’ η χάρη μου,
δε γνώρισα κι άλλη:
Μια θάλασσα μέσα μου σα λίμνη γλυκόστρωτη
και σαν ωκιανός ανοιχτή και μεγάλη.
*
Και νά! μέσ’ στον ύπνο μου την έφερε τ’ όνειρο
κοντά μου και πάλι
τη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,
τη θάλασσα εκεί την πλατιά, τη μεγάλη.
*
Κ’ εμέ, τρισαλίμονο! μια πίκρα με πίκραινε,
μια πίκρα μεγάλη,
και δε μου τη γλύκαινες πανώριο ξαγνάντεμα
της πρώτης λαχτάρας μου, καλό μου ακρογιάλι!
*
Ποια τάχα φουρτούνα φουρτούνιαζε μέσα μου
και ποια ανεμοζάλη,
που δε μου την κοίμιζες και δεν την ανάπαυες,
πανώριο ξαγνάντεμα, κοντά στ’ ακρογιάλι;
*
Μια πίκρα είν’ αμίλητη, μια πίκρα είν’ αξήγητη,
μια πίκρα μεγάλη,
η πίκρα που είν’ άσβυστη και μέσ’ στον παράδεισο
των πρώτω μας χρόνω κοντά στ’ ακρογιάλι.
*
Οι γνώμες που διατύπωνε ο Παλαμάς για πρόσωπα, καταστάσεις και πράγματα του καιρού του, είναι ενδεικτικά της πολυμάθειας και της κριτικής του σκέψης, αλλά και πόσο η ζωή του και η καθημερινότητά του ήταν συνυφασμένη, μπερδεμένη με την ποίηση, με το πνευματικό του έργο. Ζούσε την ερημιά και τη μοναχικότητά του μέσα σ' ένα ηδυπαθές κλίμα καθημερινότητας και πνευματικής έξαρσης, σ' ένα παραλήρημα χαράς, ευτυχίας και δυστυχίας, συνεχούς αναμονής και αδιάλειπτης παρουσίας του ασύλληπτου ιδανικού του, ενός έρωτα αδιασαφήνιστου εντός του που καταντούσε δράμα και ψυχική νόσος από όπου επιχειρούσε μικρές, πρόσκαιρες αποδράσεις κυρίως με τις επισκέψεις και την αλληλογραφία του με τη Ραχήλ. Ή μπαλσάμωνε με τρυφερές ποιητικές διαχύσεις, ηχηρές φραστικές προσφωνήσεις και ακατάσχετη πολυλογία επαναλαμβάνοντας συχνά πανομοιότυπα πράγματα, όπως συμβαίνει με κάθε αλληλογραφία μεταξύ δύο ανθρώπων που αγαπιούνται και ζουν τη δική τους πραγματικότητα, τη δική τους μακάρια καθημερινότητα, τη μοναδική πρόσκαιρη αιωνιότητά τους, ροδοζαχαρωμένη με μπόλικη ουτοπία, στο δικό τους χώρο το δικό τους χρόνο, έξω και μακριά από τον οικογενειακό και κοινωνικό περίγυρο.
Αυτήν τη στερνή περίοδο της ζωής του ήταν τόσο πιωμένος από αυτόν τον έρωτα που αισθανόταν ενωμένος με τη φύση κυρίως την ώρα του ήσυχου δειλινού που όλα γύρω του έπαιρναν ένα βάπτισμα από θείαν απλότητα ζωής, που όλα υψώνονταν σε μιαν αναγέννηση της οποίας κι εκείνος αποτελούσε αναπόσπαστο μέλος.
Παρακολουθούσε τα δρώμενα στο χώρο της ποίησης του καιρού του, διέκρινε τις νέες τάσεις, εκτιμούσε τις ικανότητες των νέων ποιητών, ενεθάρρυνε πάντα τις καινούριες φωνές και δεν εδίσταζε να επαινεί, να ενδυναμώνει και να διαβλέπει εξελίξεις και κάποτε ραγδαίες. Και ήταν ειλικρινής, αναλυτικός, δεν είχε να κρύψει ή να αποσιωπήσει τίποτα. Η Αθήνα στα μάτια του δεν παρουσίαζε την ιδανική εικόνα που εκείνος είχε "κλεισμένη" μέσα του. Η ένδοξη πόλη της Παλλάδας είχε τα ίδια χαρακτηριστικά με τη σύγχρονη Αθήνα των τεσσάρων εκατομμυρίων: "Πολυκοσμία, πανσπερμία, βαρβαροκοσμία, αυτοκινητοκρατία, χαλασμός κόσμου, ακαθαρσία, βρώμα..."(268). Αυτή ήταν η Αθήνα μας μισόν και πλέον αιώνα πριν! Αλλά δεν την αποχωριζόταν. Αγαπούσε ακόμα και τη σκόνη της και ζούσε "όλη την κίνηση της ζωής του μέσα στην ιερή ακινησία του φτωχού κελλιού" του(269). Παρηγοριά και λύτρωσή του από τα δεσμά της αλλόκοτης δούλωσής του είναι τα γράμματα "της Καρτιέ, της ερασμίας, της ακριβής, της θρησκευτικά αγαπημένης" Ραχήλ. Η φράση της: "Α! είναι ωραία η ζωή", ήταν για τον ποιητή της "παράδεισος ενός δευτερολέπτου". Η Ραχήλ ήταν το Α και το Ω της ζωής και της έμπνευσής του:
"Οι λεξούλες που σου ήρθανε στο στόμα: Είναι ωραία η ζωή και που τις είπες έτσι ορθή, σα να λειτουργούσες, με όλη την επιβλητική για μένα χάρη του παραστήματός σου(...) δεν έφταναν σφραγίζοντας όλη την ανέκφραστη χαρά(...) που μου πρόσφερες, δεν έφταναν για να με κάνουν ευτυχή; Α! γιατί να μην μπορώ να σε βλέπω καθεμέρα, μια το πρωί και μια το βράδι, γιατί να μην είσαι ο αυγερινός μου και ο αποσπερίτης μου, γιατί τουλάχιστον να μην είσαι κάθε μέρα κάθε μέρα του βραδιού μου το άστρο, ο Έσπερος, η Αφροδίτη μου;"(302)
Μπροστά της ήταν δειλός, φλεγόμενος από τον πυρετό του ετεροχρονισμένου έρωτα, είναι ένας έφηβος που αδυνατούσε να αρθρώσει λέξη και κατέφευγε στο χαρτί:
"Πέντε χρόνια(...) και να μην μπορώ ν' ανοίξω το στόμα μου, να σπρώξω την πέννα μου και να σου ειπώ, να σου ψιθυρίσω, να σου τονίσω τα λόγια της αγάπης, αφτιασίδωτα, καθαρά, ζωηρά, τρελά, καθώς μου έρχονται(...)Φοβάμαι μήπως καθώς σε ξαναϊδώ, παραλύσει η γλώσσα μου, σταματήσει το χέρι μου, καρφωθεί το σώμα μου, παραμείνει η ψυχή μου σαν παράλυτη κι αυτή μπροστά σου"(359).
Και επαναλάμβανε χιλιοειπωμένα λόγια για χιλιοειπωμένα πράγματα, όνειρα απατηλά, ανεκπλήρωτα και κατέληγε:
"Α, τι γλυκειά, τι ωραία, τι καλή, τι ουράνια που ήσουνα!"(360), κι αλλού: "Μεγάλη μου Αγάπη(...)η μόνη μου σκέψη, η μόνη μου επιθυμία, η μόνη μου ομορφιά, η μόνη μου αφοσίωση... όσο λιγοστεύουν τα χρόνια μου, τόσο γιγαντεύει η αγάπη μου"(362)
Και της εκμυστηρευόταν το κάθε τι που τον απασχολεί, ό,τι πίστευτε για το έργο του. Στη Ραχήλ μπορούσε να χαρακτηρίσει "ναό" το έργο του και "στύλους" και "αετώματα" τη σειρά "Πρόσωπα και Μονόλογοι".
Αν και μιλούσε συχνά για τον αυτοεγκλεισμό του στο μοναχικό κελί και για την ιερότητα του μοναστικού ποιητικού του χώρου που κουβαλούσε παντού και πάντα μαζί του, ωστόσο, ενέδιδε στις κοινωνικές προκλήσεις, αποδεχόταν τις προσκλήσεις, ατακτούσε με τις αποδράσεις του, κοινωνούσε και επικοινωνούσε με το περιβάλλον, δημιουργούσε:
"Είμαι ένας ερημίτης με το μεγάλο δυστύχημα να μη ζω μέσα στην ερημιά μου"(274), ομολογούσε και θαύμαζε τους ανθρώπους οι οποίοι δεν έχουν παρά έναν προορισμό: "Τι ευτυχισμένοι είναι εκείνοι που απλά είναι καλοί ή κακοί" (276).
Σε γράμμα του, με ημερομηνία 16-7-26, σχολιάζει απερίφραστα την επικρατούσα χαώδη κατάσταση του κράτους σε σχέση και με τον εαυτό του: "Είναι κράτος αυτό; Μέσα στη γενική θαλασσοταραχή, ποιο κύμα θα πάρει κι εμένα"(372).
Θα επιθυμούσε να τρελαθεί για να μην καταλαβαίνει τι συμβαίνει γύρω του. Ζητιάνος να γίνει στους δρόμους της Αθήνας κι εκείνη να μην του δίνει σημασία. Ωστόσο, τον ευχαριστούσε όταν διαπίστωνε πως ήταν πολύ περισσότερο προσιτός και αποδεκτός στον κόσμο από ό,τι επίσυευε, κυρίως από τους Έλληνες της Αιγύπτου (385).
Αλλά ο τρόμος ακόμα και στη σκέψη πως δεν μπορεί να συνεχίσει το έργο του τον κατατρέχει και τον καταθλίβει. Ήδη στα 1926 μιλάει για αδυναμία να γράψει ποίηση, ακόμα κι ένα γράμμα στην πολυαγαπημένη του Ραχήλ. Μιλάει και για εγκατάλειψη από τους πάντες:
"Έχασα τη δύναμη να αισθάνομαι, να συγκεντρώνω τις ιδέες μου, να γράψω, να περιγράψω(...). Σε λιγάκι κανένας δεν θα με συλλογίζεται, και πρώτα τα κοπέλλια μου που τράφηκαν από τα ψίχουλα του τραπεζιού μου. Μερικοί θα με βρίζουν, άλλοι θα σωπαίνουν. Άλλοι μιλώντας μαζί μου εξακολουθούν να μου εκφράζουν κάποιο θαυμασμό"(401).
Γνώριζε τη δύναμη και τις αδυναμίες των στίχων του: "Είμαι πέρα ως πέρα χοϊκός". Κι αυτό που γινόταν για την αναγνώρισή του το θεωρούσε φαρσοκωμωδία. Γράφει με πικρία: "Με παραμονεύει το γελοίο.(...)
*
*Από τη συλλογή: "Καημοί της λιμνοθάλασσας"
*
**Απόσπασμα από την εργασία μου:
"Ο Παλαμάς και τα «Γράμματα στη Ραχήλ», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Παρουσία”, Οκτώβριος- Δεκέμβριος 2003, δεόντως τροποποιημένο.
*
[Το άρθρο συμπληρώνεται και τροποποιείται σε σημεία].
*
Σημείωση: Ανάμεσα σε τρέχουσες αναρτήσεις θα παρουσιάζω "Μεγάλους Έλληνες Ποιητές" από τον Όμηρο ίσαμε τους Ρίτσο, Ελύτη, Βρεττάκο.
Λιγότερα






Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου