Οι ώρες του ερωδιού/ Πορεία παράσλληλη



 

 


 

 


 

Σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία/ ποίηση
Ελένη Χωρεάνθη:
          "Οι ώρες του ερ ωδιού**
["ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΟΥ ΕΡΩΔΙΟΥ" είναι μια γριφώδης ποιητική σύνθεση, περιπεπλεγμένη, γνοφώδης, όπου δύο οδοιπόροι, μια γυναίκα κι ένας άνδρας, βαδίζουν παράλληλα σ' ένα τοπίο σκοτεινότητας, ακολουθώντας τη ροή του ποταμιού, και ο καθένας συνεχίζει το μονόλογό του αδιάφορα ή παρακολουθώντας τις κινήσεις του άλλου. Κάποτε συναντιούνται, αλλά πάντα είναι μόνοι.
Γράφτηκε λίγο πριν τη μεγάλη καταιγίδα που μας βρήκε, πριν μπούμε σε μια επώδυνη οικογενειακή περιπέτεια (αρρώστια) που κράτησε τέσσερα ολόκληρα χρόνια.
Από την απόσταση τώρα των 40 χρόνων, εκτιμώ, πως θα είχα κάποια προαισθήματα και προσπαθούσα να βρω διέξοδο:
Στο ποίημα φαίνεται να "φεύγει" η γυναίκα, ενώ συνέβη το αντίθετο στην πραγματικότητα.
Το ποίημα που ακολουθεί είναι από τη συλλογή ποιημάτων μου "Ωρες του ερωδιού" ΠΛΕΘΡΟΝ *Αθήνα 1993]
*                         Πορεία παράλληλη
*
Ήταν το όραμα πλατύ μέσα στα χέρια μου
πάνω στο άσπρο μου πουκάμισο
μια ηδονή ανένδοτη
ένα ποτάμι αθωότητας
επίκληση σωματική στην ευωδία του αισθήματος
Ήταν θερμή πάνω στο στήθος μου
Μοσχοβολούσε πάνω μου το βραδινό της άρωμα
μετρούσα τα μικρά της δάκτυλα
κι εκείνη στέναζε για τα σκυλιά
που αλυχτούσανε στον ύπνο της
*
Όχι δεν στάζει πουθενά
και τα θεμέλια είναι βαθιά στο ριζικό μου
Όμως εκείνα τα σκυλιά τι σκούζουν έξω από το σπίτι
Με αγριεύουνε καμιά φορά στον πρώτο ύπνο μου
Δεν τ' ακούς
Ακούω μονάχα τη σιωπή
και τη βροχή μες στην καρδιά μου
Βόσκει την όρασή μου το σκοτάδι
κι ο άνεμος στη θάλασσα ζαρώνει
και γλιστράει
*
Βούλιαξε το στιλπνό της πρόσωπο
μες στον καθρέφτη
απ' τον εξώστη έμπαινε η σιγή
κι ένα σκοτάδι κατακόρυφο κατέβαινε απ' την οροφή
και δεν ξεχώριζες πια τίποτε
κι εκείνη ολοένα απομακρυνόταν
ώσπου την έχασα κι από τα μάτια μου
*
Και πήρα να φορέσω την απόφαση
είχε ψύχρα
οι άλλοι πλάι μου χαμογελούσαν περιπαικτικά
ή έκλαιγαν
κι ο δρόμος με τη φαγωμένη άσφαλτο
έντυνε τη σιωπή με το σκοτάδι στην ανελέητη μοναξιά
*
Βγήκε στο δρόμο το μακρύ αέρινη κι αλαφροπάτητη
και ήταν άδειος ο μεγάλος δρόμος
τα χέρια μου μικρά
για να κρατήσουν το τρελό μου όνειρο
το άσπρο μου πουκάμισο πιο άσπρο κι από φως
– τρεμάμενη αστραπή –
και πέρα τ' άσπρα σπίτια τα γελούμενα
και τα λαγόνια εκεί της θάλασσας καματερά
*
Και φύραινε όλο
μίκραινε το όνειρο μέσα στην ανερμήνευτη ερημιά
*
*Το ποίημα "Πορεία παράλληλη", είναι από την ψηφιακή συλλογή ποιημάτων μου "Οι ώρες του ερωδιού".
Η ψηφιοποίηση κα η γραφιστική επιμέλεια είναι της Μάριον Χωρεάνθη,
Παλαιό Φάληρο, 2024
*
Παλαιό Φάληρο, 28. 4. 2026

Σχόλια