(Κέδρος 1997)
"Μέσα στο δισάκι του ο οδοιπόρος
φυλάει τα πέντε όμικρον της ύπαρξής του.
Πέντε ψωμάκια, κουλουράκια,
προσφάι για το μεγάλο του ταξίδι".
(Ο οδοιπόρος, σ. 67)
"Πέντε ψωμάκια, κουλουράκια"
είναι όλη η ζωή του ταλαίπωρου ανθρώπου. Με στίχους απλούς ο Τάκης Σιδέρης εκφράζει το νόημα της ζωής και του μάταιου αγώνα του ανθρώπου να κατακτήσει το χώρο και το χρόνο και αγωνιά ώσπου να γίνει ένα ελάχιστο μηδενικό στη συμπαντική σκόνη...
Με "Το αντρειωμένο τοπίο" δυο χρόνια μετά, από την "Εριφύλη" αυτή τη φορά σε εξαιρετικά επιμελημένη έκδοση, δίνει μια άλλη διάσταση στα ποιητικά τοπία του και, σχηματίζοντας καμπύλη, γίνεται περισσότερο συγκαταβατικός με τα πράγματα, πιο πρακτικός, όπου κάνει εντυπωσιακά την εμφάνισή της η ειρωνεία όσον αφορά στα όσα συμβαίνουν στον έξω κόσμο και τον προβληματίζουν:
"Βγήκανε τώρα και οι βαριοπούλες
μαζί με τα σκεπάρνια, τους λοστούς
και τους μπαλτάδες.
Τα καρφιά με τα τρυπάνια
να μιλούνε για ήπιους τόνους,
συναινετικές συγκλίσεις
και διαδικασίες δημοκρατικές".
(Δημοκρατικές διαδικασίες, σ. 57)
Αν και εκ πρώτης όψεως δίνουν την εντύπωση απλών στιχουργημάτων, αν προσέξει κανείς ανακαλύπτει άξαφνα πως τα εργαλεία που χρησιμοποιεί ο καθημερινός άνθρωπος, κάθε τεχνίτης στη δουλειά του, αντιπροσωπεύουν πρόσωπα της πολιτικής και κοινωνικής σκηνής.
Τα περισσότερα ποιήματα είναι μικρά ολιγόστιχα, μικρές ποιητικές "υδατογραφίες" και απεικονίζουν τοπία μνήμης, δίνοντας στο χώρο και στα αντικείμενα διαφορετική λειτουργικότητα.
Το "Αρχείον νυκτόβιων κήπων", δείχνει μεν τη σχέση του ζωγράφου ποιητή με τα πράγματα, αλλά και την αναστροφή του με τις λέξεις:
Πήρα παρατημένες χάλκινες λέξεις
σκουριασμένες απ' τον καιρό,
κοντά σε θάλασσα ήμουνα,
τις έτριψα με την ψιλή την άμμο,
τις ξέπλυνα όπως όπως
μήπως μπορέσω και τις συλλαβίσω.
(Κοντά σε θάλασσα ήμουνα, σ.9)
Προτάσσει αυτό το αποκαλυπτικό για την τέχνη του εξάστιχο ποίημα, για να δηλώσει τα υλικά "δόμησης" της ποίησής του: λέξεις απλές, "παρατημένες", αλλά "χάλκινες, σκουριασμένες απ' τον καιρό", όμως λέξεις διαιώνιες, που κουβαλούνε στο κορμί τους, 'στα φτερά των φθόγγων τους τη ματωμένη μνήμη', την ιστορία και το μόχθο του λαού μας, χτίζει τα ποιητικά του οράματα, με τέχνη και σοφία, κατανοητά, χωρίς εκζήτηση. Απλά συμμάζεψε από τον απέραντο ωκεανό της ζωντανής λαλιάς ταπεινές λέξεις, καθημερινές, προκειμένου να τις χρησιμοποιήσει, να τις συναρμόσει και να εκφράσει με νοήματα ευανάγνωστα και ευκρινή ποιητικά τις σκέψεις και τα οράματά του, δημιουργώντας τρυφερά και χαριτωμένα, ποιητικά σύνολα, με έντονα τα στοιχεία της λαϊκής σοφίας, της εικόνας και του χρώματος.
Μιλάει ο υποψιασμένος ανυποψίαστος για τα όσα συμβαίνουν στο καθημερινό γίγνεσθαι, τον ενδιαφέρει η ουσία και σε καμιά περίπτωση η εντύπωση που θα προκαλούσε ο απλός, τίμιος και ειλικρινής λόγος του. Το ίδιο κάνει κι ένα παιδί. Αλλά το παιδί ενεργεί από ένστικτο και μόνο, ορμέμφυτα, είναι ανυποψίστο, ενώ ο ποιητής, ενώ είναι υποψιασμένος ενεργεί ως ανυποψίαστος. Κι εδώ βρίσκεται η ειδοποιός διαφορά του δημιουργού που διατηρεί ό,τι καλύτερο και δημιουργικότερο του έχει απομείνει από τον καιρό της αθωότητας. Οι ποιητικές συνθέσεις εν πολλοίς συμπληρώνουν, επεκτείνουν και διερμηνεύουν τα εικαστικά του έργα, που αποτελούν το κατορθωμένο ως τώρα σώμα. Είναι "σχόλια" σε υπαρκτούς πίνακες, κυρίως όμως σε "εν δυνάμει" εικόνες, τις οποίες προφανώς δεν αρκείται να αποδώσει με χρώματα.
Ο Τάκης Σιδέρης είναι ανθρωποκεντρικός ποιητής αθεράπευτα ερωτευμένος με τα απλά καθημερινά πράγματα, με ό,τι αποτελεί ουσία και περιεχόμενο ζωής χωρίς ηθικές δεσμεύσεις και προκαταλήψεις, χωρίς να γνοιάζεται για την καθιερωμένη τάξη πραγμάτων. Έτσι συνυπάρχουν και συμβιώνουν αρμονικά στο έργο του ετερόκλητα στοιχεία: δυο γυναίκες και τεράστιοι γλόμποι ηλεκτρικού, στους πίνακες, σύμβολα τονισμού και ψιλή βροχή, στην ποίησή του, που ξαφνιάζουν με το αισθητικό αποτέλεσμα και με μια αστεϊζουσα, χαριτωμένα ειρωνική διάθεση που δίνει όμορφες, ζωντανές, φυσικές εικόνες ενός κόσμου τρυφερότητας και μαγείας:
"Είδα στον ύπνο μου μικρό όνειρο.
Σκυλιά καφετιά, γάτες μαύρες και άσπρα κουνελάκια.
Όλα τους γαβγίζανε και νιαουρίζανε,
αλλά τα άσπρα κουνελάκια δεν βγάζανε ούτε άχνα.
Χνούδι η ανάσα τους η χαϊδευτή,
έκαμε όλο μου το μικρό αυτό όνειρο ρόδινο".
(Ένα μικρό ρόδινο όνειρο, σ. 26)
Συνεπαρμένος από τη μαγεία συλλαβίζει τα χρώματα, τις ευωδιές και τους ήχους είτε με γλωσσικά σύμβολα είτε με χρώματα για να εκφράσει ό,τι "ο νους πρώτα συνέλαβε κι η καρδιά αισθάνθηκε", δίνοντας τη δική του διάσταση στα πράγματα και στον κόσμο που τα περιέχει. Περισσεύει, ωστόσο, η ειρωνεία και ο σαρκασμός για τον κατήφορο που πήρε η μοντέρνα τέχνη: Όροι, Ροπές, Μορφές, Κινήματα, Ύφη, Τεχνοτροπίες και οι Σχολές, ο κυβισμός η Αφηρημένη ζωγραφική που «πραγματικά το χάρηκε. Θυμήθηκε τα νιάτα της". Η ματιά του, ευρύχωρη», αγκαλιάζει τον κόσμο στοργικά, αλλά και με περιπαιχτική διάθεση.
Έχω την αίσθηση πως στα ποιήματα του ο Τάκης Σιδέρης φυλακώνει με λέξεις, ό,τι δεν δεσμεύεται με στατικά χρώματα, ό,τι περισσεύει και μένει έξω από το πλαίσιο των πινάκων του και μόνο οι αείζωες, αείρροες, ζωντανές, παντοδύναμες λέξεις και ο αναμάρτητος έρωτας της αρμονίας μπορούν να δαμάζουν.
Η ζωή και οι προσπάθειες του ανθρώπου είναι αέναος και ατελέσφορος αγώνας για κείνα τα
"πέντε ψωμάκια, κουλουράκια..."
Σατιρίζει και σαρκάζει ανελέητα, όπως και στο " Ένα απόκρυφο ευαγγέλιο"(65), όπου η απάντηση που δίνει ο Ιησούς στην απορία του Πέτρου, "ότι δεν έτυχε να τον δει ποτέ του να γελάει" και " ο Ιησούς γύρισε προς αυτόν και του είπε με ένα αδιόρατο μειδίαμα αγιογραφημένο στα χείλη του:
«Αλλά, Πέτρο, μήπως με έχεις δει και ποτέ σου να κλαίω;»
Η σοβαρότητα της αποστολής τον υποχρεώνει να κρατά αυτή τη στάση και του απαντάει έμμεσα με ένα όνειρο στο οποίο πρωταγωνιστές ήταν οι δυο πρωτόκλητοι αδελφοί. Και καταλήγει:
"Το θέαμα δα δεν ήτανε και τόσο κωμικό, αλλά εγώ τι να σου πω, γέλασα με την καρδιά μου. Ξεκαρδίστηκα στα γέλια θα έλεγα, ήμαρτον, Θεέ μου. Καιρό είχα να γελάσω έτσι".
"Τα τριαντάφυλλα της Αγγέλως" δίνουν μια διαφορετική εντύπωση. Εδώ ο Σιδέρης κινείται εντελώς στο χώρο του υπέρλογου, όπου τα πάντα έχουν τη δυνατότητα να συμβούν, «οριοθετεί τις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους μέσα σε μια τρελά τρυφερή πραγματικότητα με εναλλασσόμενους ρυθμούς από "βούι, βούι, βούι" ή "τρικισόν, τρικισόν, τρικισόν, φτερωτών του "βουνού και του λόγγου. Το ποιητικό τοπίο αν και είναι τελείως σουρεαλιστικό, δίνει μια εικόνα της πραγματικότητας:
"Το θεριό του ταύρου μια μέρα, μπήκε σε κατάστημα υαλικών της Αιγείρας" όχι όμως για να σκορπίσει την καταστροφή μαινόμενος, αλλά ως "ολοκληρωμένη καλοκαιρινή θαλασσινή αύρα, πνεύμα πανανθρώπινης αδελφοσύνης που δρόσισε, ανακουφίζοντας, τα μέτωπα και τις καρδιές των βασανισμένων λαών όλης της γης", γράφει, σαφώς ενσυνείδητα.
Μπορούσε, αλήθεια, να υπάρξει προσφορότερος τρόπος να περάσει αυτό το διαχρονικό μήνυμα /αίτημα της ταλαίπωρης ανθρωπότητας των κατατρεγμένων, χωρίς κηρύγματα και φανφάρες: πως η τέχνη μόνη μπορεί να αδελφώσει και να φιλιώσει τους λαούς..."
*
Σημείωση * Εξώφυλλα βιβλίων μας με έργα Τάκη Σιδέρη



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου