"...τα παιδιά... έβλεπαν λαμπερή μιαν
έρημο γεμάτη υποσχέσεις...*"
Ελένη
Χωρεάνθη: Επιλογή /παρουσίαση
Σπύρος
Κατσίμης Ένας ωραίος ποιητής/ ζωγράφος
εξαίρετος
Η Κούκλα * Η Διαδρομή**
Δύο συλλογές συγκεντρωρικές έργων
δύο περιόδων
Εισαγωγικά:΄Ο Σπύρος
Κατσίμης γεννήθηκε στην Κέρκυρα (1933)
και σε ηλικία 19 ετών (1952), κυκλοφόρησε
στην Κέρκυρα η πρώτη συλλογή ποιημάτων
του "Ποιήματα". Κεντρικό, θέμα στην
ποίηση του Σπύρου Κατσίμη αποτελούν τα
παιδιά και η μοίρα τους. Με τίτλο "Η
Κούκλα", ο πρώτος τόμος, περιλαμβάνει
έργα της νεότητας του δημιουργού
(1955-1966). Ζώντας ο ίδιος από μικρό παιδί
τον πόλεμο του 40, την Κατοχή, την εξωτερική
και την εσωτερική προσφυγιά, και ως
Δημοσιογράφος καταγράφοντας, σπουδάζει
στην πράξη, τον πόνο, τη φτώχεια, τον
ξεριζωμό. βιώνει το δράμα των παιδιών
περισσότερο και κουβαλάει όλα αυτά στην
ψυχή, στην καρδιά και στο μυαλό του και
τα εκφράζει στα έργα του άλλοτε με λέξεις
κι άλλοτε με τρυφερά χρώματα, δημιουργώντας
ποίηση και ζωγραφική, εκφράζοντας το
"συναμφότερον", κατά μίαν προσφιλή
φράση του αείμνηστου ποιητή Κώστα
Τσιρόπουλου. Ο καημός του Σπύρου Κατσίμη,
η θλίψη, η μέριμνα για τα πεινασμένα
παιδιά αποτυπώνεται στους παρακάτω
στίχους:
"...Θα ήθελα να βρεθώ κι
εγώ
μετά το βουητό του μεσημεριού
στον έρημο δρόμο με τα παιδιά και τα
σκυλιά μαζί
και τη χαρά του παιχνιδιού,
να σπάσω
τη θανατερή σιωπή. (Διαδήλωση)
Η ΚΟΥΚΛΑ
Πιστεύοντας
πως, αντί να λέμε πολλά λόγια που καμιά
φορά μπερδεύουν παρά βοηθούν τον
αναγνώστη να προσεγγίσει το ποίημα,
είναι προτιμότερο ή εξίσου σημαντικό
να παραθέτουμε ολόκληρα σύντομα ποιήματα
ή καίρια αποσπάσματα από ποιήματα
πολύστιχα, ξεκινώ την περιήγησή μου σε
μια ενότητα ανθολογημένων από τον ίδιο
τον ποιητή ποιημάτων και πινάκων
ζωγραφικής του, του Σπύρου Κατσίμη με
ήρωες παιδιά.
Πρόκειται για μια
εξόχως σημαντική ποίηση που συνοδεύεται
από θαυμάσιους πίνακες ζωγραφικής του
ίδιου. Το κομψό στην απλότητα και λιτότητά
του βιβλίο με τον απογυμνωμένο και
απαλλαγμένο από οποιονδήποτε συμβατικό
προσδιορισμό τίτλο: Η ΚΟΥΚΛΑ, είναι μια
σύντομη ανθολογία ποίησης και ζωγραφικής
συγχρόνως. Κάθε ποίημα συνοδεύεται
ερμηνευτικά ή συμπληρώνεται από έναν
χαρακτηριστικό πίνακα ζωγραφικής,
δημιουργώντας έτσι, κάθε φορά ένα
«σαλόνι», όπου αποτυπώνεται, ανάλογα
με το αντικείμενο που σχολιάζουν
“συναμφότερα”, ποίημα και πίνακας
ζωγραφικής, μια θαυμαστή καλλιτεχνική
ενότητα, όπως για παράδειγμα στις
σελίδες: 52, 53: Αριστερά, σελ. 52, ο πίνακας,
η παράγκα ντυμένη με τα ευαίσθητα,
φωτεινά χρώματα που ξορκίζουν τη δυστυχία
με ένα χαριτωμένο περιτύλιγμα και δεξιά
το σύντομο, περιεκτικό σε πολλά
νοήματα και σημασίες, αποκαλυπτικό της
δυστυχίας πίσω από το όμορφο σκηνικό,
το ποίημα:
Η ΤΑΙΝΙΑ:
Όταν
ξηλώσανε τα σκηνικά
του ευτυχισμένου
τέλους
φάνηκαν οι παράγκες, τα
κουρέλια, τα βρώμικα νερά
και ο «μικρός
πρίγκιπας» έγινε πάλι
το παιδί της
φτωχογειτονιάς.
*
«Η
ΚΟΥΚΛΑ», το πρώτο ποίημα που ο τίτλος
του έδωσε και τον τίτλο, διόλου τυχαία,
στο βιβλίο, καλύπτει όλο το περιεχόμενο
του βιβλίου και θίγει συνολικά το
πρόβλημα που απασχολεί τον ευαίσθητο
ποιητή και τις κοινωνικές προεκτάσεις
του.
Πίσω από τις λέξεις και τις
εικόνες, ο ποιητής Σπύρος Κατσίμης με
την επιλογή ποιημάτων του που αναφέρονται
σε παιδιά μέσα σε κάποιες συλλογές
ποιημάτων του, φέρνει «επί σκηνής» το
διαχρονικό δράμα των παιδιών κρησαρισμένο
μέσα από τη δική του ευαισθησία. Χωρίς
κραυγές, χωρίς αισθηματικές εξάρσεις
και κραυγαλέες αναφορές και ετυμηγορίες,
παρουσιάζει τη σύγχρονη ανθρωπογεωγραφία,
ήτοι τα κοινωνικά και τα ανθρωπιστικά
πράγματα σε τρεις εκδοχές, σύμφωνα με
τις απόψεις των αρχαίων τραγικών: όπως
είναι, όπως θα έπρεπε να είναι και όπως
θα μπορούσε να είναι, επιλέγοντας σοφά,
κατά την εκτίμησή μου, την ΚΟΥΚΛΑ, ομοίωμα
ανθρώπου, άθυρμα, τον άνθρωπο και την
πλασματική του ύπαρξη.
Η
ΚΟΥΚΛΑ
Ι
Μας ήρθανε
πιασμένοι απ’ το χέρι
πρόσφυγες από
μακριά, μ’ ένα παιδί που έκλαιγε
βαστώντας
πάνω του την κούκλα του σπασμένη.
Του
αγόρασαν μια άλλη και την πέταξε
πήγαν
να του την φτιάξουν και την έσφιξε
ακόμα
πιο πολύ στην αγκαλιά του.
Αχ, να
θυμόταν τις ημέρες που γερή
την
χοροπήδαγε στα γόνατά του;
Αχ, να
θυμόταν του σπιτιού του την αυλή;
Ποιος
να την έσπασε, μα ποιος
σε τέτοιες
ώρες θα λογάριαζε μια κούκλα;
*
Και όμως! «Σε τέτοιες
ώρες», για ένα παιδί «θα λογάριαζε μια
κούκλα», γιατί το παιδί κρατώντας την
κούκλα του, είχε μέσα στα χέρια του κάτι
αποκλειστικά δικό του, ένα θησαυρό. Ήταν
η συντροφιά, η χαρά, το παιχνίδι, η
απόλαυσή του, ήταν το βιος του, η επέκταση
του συναισθήματος της μητρικής στοργής
και της αγάπης, της προστασίας. Ακόμα
και της ενοχής. Η κούκλα ήταν το παιδί
της που δεν μπόρεσε να προστατέψει, ήταν
το παν για τη μικρή, η ζωή της!
Τα
μικρά παιδιά είναι συναισθηματικά
δεμένα με το περιβάλλον, δεν ξεχωρίζουν
τον εαυτό τους από τα πράγματα, δεν
υπάρχουν γι’ αυτά έμψυχα όντα και άψυχα.
Όλα έχουν ψυχή και ζωή, φωνή, αισθήματα
και συναισθήματα. Στα παιγνίδια τους
τα αθύρματα, το ίδιο και όλα τα αντικείμενα
που παίρνουν μέρος με οποιονδήποτε
τρόπο και σε οποιονδήποτε ρόλο, θεωρούνται
ως ενεργοί παίκτες και αντιμετωπίζονται
σαν υπεύθυνοι παίκτες, είναι κανονικοί
συμπαίκτες. Αμείβονται για τις καλές
τους πράξεις και τιμωρούνται για τις
παραβάσεις και τις παραβιάσεις των
νόμων και των κανόνων του παιγνιδιού.
Με σταματάει αυτό το ποίημα και στις
δύο παραμέτρους γιατί δίνει, μέσα από
τα μάτια ενός μικρού παιδιού όλο το
φάσμα και το δράμα της προσφυγιάς, του
ξεριζωμού, φανερώνει τον πόνο του
ακρωτηριασμού σώματος και της ψυχής,
την ερημιά που φέρνει μαζί του ο πρόσφυγας
κι εκείνη την απονιά που τον περιμένει
στην ξένη γη, ανάμεσα σε άγνωστους κι
«αλλόθροους», αλλόγλωσσους ανθρώπους,
σαν αιώνιος περιπλανώμενος ομηρικός
Οδυσσέας:
ΙΙ
Τώρα,
στους δρόμους της πολιτείας
-με τους
φτωχούς και τους τυφλούς μαζί-
θα
τριγυρνάει πάντα κλαίγοντας
η μικρούλα
με την κούκλα.
Θα τριγυρνάει σφίγγοντάς
την πάνω της
φυλάγοντάς την απ’ τα
ξένα χέρια και το κρύο
ίσαμε ν’
ακουστεί το «… επί γης ειρήνη
εν
ανθρώποις ευδοκία».
Για να φτιάξουν
τότε την κούκλα του παιδιού
τα χέρια
ενός θεού.
*
Εδώ,
φαίνεται και η κριτική διάθεση και
κάποια αμφισβήτηση της εξ ουρανού
σωτηρίας από μέρους του ποιητή, στην
αντίφαση: Ενώ, το κοριτσάκι με την ανάπηρη
κούκλα προσβλέπει στην άνωθεν παραμυθία
κι από κει προσδοκά την «εν ανθρώποις
ευδοκία», ωστόσο: «Για να φτιάξουν τότε
την κούκλα του παιδιού», περιμένει από
«τα χέρια ενός θεού», πιθανώς ή προφανώς,
ενός μικρού ανθρώπινου (μικρού) θεού να
γιατρέψουν την ανάπηρη κούκλα, όπως και
όλες τις πληγές και τις αναπηρίες των
σύγχρονων δυστυχισμένων ανθρώπων, των
εχόντων ανάγκη, «των φτωχών και των
τυφλών μαζί».
Εκατομμύρια παιδιά
δυστυχισμένα, σκόρπια στους παγωμένους
δρόμους του πολιτισμένου κόσμου μας
που θα «ήθελαν / να ΄βρουν τ’ ουρανού
την προστασία σ’ εκείνον», τυραννούν
τη σκέψη του ποιητή. Κι εκείνα τα γελούμενα
«ξυπόλητα» παιδιά με τα παγωμένα μέλη
που προσπαθούν «να ελευθερώσουν τη χαρά
των Χριστουγέννων απ’ τις βιτρίνες των
ονείρων τους…» και μένουν «με τη γλυκειά
ψευδαίσθηση …» ώσπου, έρημα και
ξεπαγιασμένα να «κοιμηθούν» για πάντα
σε μια παγωμένη γωνιά του αδιάφορου
κόσμου που δεν είναι παρά μια «λαμπερή
έρημος γεμάτη υποσχέσεις». Και μια άλλη
πιο τραγική φιγούρα μικρού, έρημου
παιδιού:
*
ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ
Έμοιαζε παιγνίδι μεταχειρισμένο
κι
ήταν ένα παιδί που δεν έπαιξε ποτέ
ντυμένο
κούκλα, μια κούκλα ζωντανή
σε μια
γωνιά του εμπορικού κέντρου
τόσο
φτηνή για να την αγοράσουν
τόσο φτηνή
για να την πετάξουν. (σ. 47)
*
Συγκλονιστικότερη εικόνα και
περιγραφή της σύγχρονης πραγματικότητας
τόσο απλά, τόσο ουσιαστικά, επιγραμματικά
δεν θα μπορούσε να είχε ζωγραφιστεί
διαφορετικά από εκείνη που παρουσιάζει
ο υπέροχος πίνακας στην αντικρινή σελίδα
(46)
Ωστόσο, ο ποιητής δεν χάνεται
μέσα στη δύνη ενός κόσμου που στροβιλίζεται
γύρω στον εαυτό του, που αδιαφορεί για
τον άνθρωπο κι αφήνει τα παιδιά στο
έλεος των σκοτεινών δυνάμεων του κέρδους.
Αντλεί δύναμη από τις καλές του αναμνήσεις,
από τις όμορφες μέρες της ζωής του. Και
αναπολώντας τα παιδικά του χρόνια
εξομολογείται απλά, με απόλυτη ειλικρίνεια,
«εκτός κινδύνου», πειστικά:
*
ΕΚΤΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ
Ήθελα
να ξαναγίνω παιδί
να με κρατά η μάνα
μου σφιχτά στην αγκαλιά της
άρρωστο
και θερμασμένο
τρέχοντας για βοήθεια
στα σοκάκια
και να ξυπνώ
γιατρεμένο.
Ή,
τώρα πια που συμμαζεύει τη ζωή, που πάει
να βάλει σε τάξη τα υπάρχοντά του, ό, τι
απόμεινε από την περασμένη του ζωή, του
φτάνει να δει:
Κι ένα μικρό παιδί
–που- πέρασε
από το ανοιχτό παράθυρό
του
και του χαμογέλασε.
*
Δεν περιμένει και δεν προσδοκά
τίποτα περισσότερο από τη ζωή πια, εκτός
από ένα γελούμενο παιδί, μια ζωντανή
συνέχεια της ζωής του, της ζωής που περνά
φευγαλέα από τα μάτια του. Όμως δεν θα
κλείσω την τόσο ενδιαφέρουσα ξενάγηση
στην αξιόλογη ανθολογημένη ποίηση και
την τρυφερότατη ζωγραφική του Σπύρου
Κατσίμη, όπως παρουσιάζεται στην
πανέμορφη έκδοση από τις εκδόσεις Σ. Ι.
Ζαχαρόπουλος, χωρίς να μπω στη διαδικασία
μιας αισιόδοξης παιδικής, χαρούμενης
περιπέτειας, στη:
ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ
Θα ήθελα να βρεθώ κι εγώ
μετά το
βουητό του μεσημεριού
στον έρημο
δρόμο
με τα παιδιά και τα σκυλιά
μαζί
και τη χαρά του παιχνιδιού, να
σπάσω
τη θανατερή σιωπή.
Με ό, τι και αν σημαίνουν και
σηματοδοτούν αυτοί οι απλοί, απέριττοι
στίχοι. Κι ας βγάλει ο καθένας τα δικά
του συμπεράσματα.
*** ***
Αργά, πολύ αργά ήρθε στα χέρια μου ο δεύτερος συγκεντρωτικός τόμος ποιημάτων επιλεγμένων από τις 6 συλλογές δύο δεκαετιών (2001 - 2023) με τίτλο "Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ". Περιλαμβάνει ποιήματα από τις συλλογές: Η παλαιά διαδρομή (2001), “Ο μετανάστης” (2004), “Παραίσθηση” (2008), “Διαφυγή” (2011), “Η κραυγή” (2013), “Μεταφορά” (2015) και το τελευταίο, ανέκδοτο τότε “Η εξαφάνιση”, και πίνακες ζωγραφικής ερμηνευτικούς ορισμένων ποιημάτων του έτσι ώστε να δίνεται μια ολοκληρωμένη εικόνα του οράματος και των θέσεων του ποιητή.
Ο Σπύρος Κατσίμης παραμένει μέσα του ένα τρυφερό, ευαίσθητο έκπληκτο παιδί, εκστατικό μέσα σ’ έναν κόσμο που διαρκώς μεταβάλλεται, σε μια κοινωνία που θαρρείς έχει χάσει τον εαυτό της και παραπαίει, μέσα σε μια ανθρωπότητα που καταρρέει ηθικά και οικονομικά, μέσα σ’ έναν κόσμο αιμόφυρτο που δονείται από τους πολέμους νηστικό εξουθενωμένο επαίτη που προσπαθεί να βρει διέξοδο καταφεύγοντας στο έλεος του Σύμπαντος, που αναζητεί καταφύγιο σε άλλους πλανήτες είτε περιφρονώντας είτε καταστρέφοντας τη Γη του.
Είναι ένας δημιουργός ανθρωποκεντρικός. Στο έργο του, ποίηση και ζωγραφική, πρωταγωνιστεί ο άνθρωπος, γράφει ποιήματα και ζωγραφίζει συχνά συμπληρώνοντας αντίστοιχα έργα του. Κινείται σε δυο παραλλήλους, όπως ο Τάκης Σιδέρης, ο οποίος ζωγραφίζει και παραλλήλως γράφει πεζά και ποιήματα, αλλά σε άλλες, εντελώς διαφορετικές παραμέτρους εστιάζοντας σχεδόν πάντα στον ενήλικα άνθρωπο, ενώ ο Σπύρος Κατσίμης, βαθύτατα ανθρωποκεντρικός στο έργο του, έχει στο κέντρο του ενδιαφέροντός του τα παιδιά σε όλη του τη ζωή την επαγγελματική του εργαζόμενου δημοσιογράφου και του ποιητή / ζωγράφου. Μέσα του παραμένει ένα τρυφερό, αθώο παιδί που “παίζει” τη ζωή του με την ίδια τη ζωή συμπαίκτη σε όλα τα στάδια της δημιουργικής του πορείας, χωρίς ως τόσο να μην παρακολουθεί τη ζωή, όπως βαδίζει δίπλα του.
Έχοντας στο νου του το όραμα ενός όμορφου, ευτυχισμένου κόσμου, όπως θα τον ήθελε να είναι, επαναλαμβάνω αυτό που είπα και πιο πάνω, ο Σπύρος Κατσίμης με τον δικό του απλό, αθώο, ανεπιτήδευτο τρόπο, προσδοκά ένα μέλλον του κόσμου όπως τον έχει αποτυπωμένο στο νου του με τα μάτια ενός παιδιού, αν θέλουμε να απλουστεύσουμε τα πράγματα, ξεπερνάει τους τραγικούς: προσδοκά έναν κόσμο αγάπης, ειρηνικό χωρίς πεινασμένα, χωρίς σκορπισμένα στους δρόμους παιδιά νηστικά. Τα ποιήματά του είναι γεμάτα εικόνες, μηνύματα.
Με λυπεί το γεγονός ότι δεν πρόφτασα
να πω στον ίδιο το δημιουργό όσα αποτυπώνω
σήμερα, τη σημαδιακή ετούτη ημέρα, για
να του δώσω τη χαρά που τόσο την περίμενε
από εμένα την ταπεινή αναγνώστρια του
έργου του. Λυπάμαι γιατί διαβάζοντας
όσα είχα γράψει για τον πρώτο τόμο, τα
βρήκα σημαντικά, θεωρώντας αντικειμενικά,
πέρα από εμένα, σαν να διάβαζα κείμενο
ενός άλλου, σαν ξένο, ύστερα από πολλά
χρόνια.
Ωστόσο, ποτέ δεν είναι
αργά. Έχω μπροστά μου τον υπέροχο δεύτερο
βελούδινο τόμο, τον οποίο τιτλοφορεί
“Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ”, 352 σελίδων με ποιήματα
κοσμημένο με χαρακτηριστικούς πίνακες
ζωγραφικής του.
Η ποίηση του Σπύρου Κατσίμη, θεωρώντας την από απόσταση συνολικά, έχει χαρακτηριστικά οικουμενικότητας. Η ματιά του, ήρεμη, συχνά λυπημένη, βλέπει τον άνθρωπο στις διαχρονικές του διαστάσεις μέσα σε έναν κόσμο αντιπαλότητας και άδικο, αλλά δεν μένει εκεί. Πάει παρά πέρα όπου υπάρχει φως, βλέπει πίσω από τα πράγματα, πίσω από τις λέξεις που εκφράζουν νοήματα, πίσω από την ασήμια βλέπει την κρυμμένη ομορφιά:
Το μαντίλι
“Κι όπως η ζωή συνεχίζεται με ανατινάξεις
κι εσύ βάδιζες δίπλα μου αθόρυβα
με το μαύρο μαντίλι στο πρόσωπό σου
καθώς είχα διαφύγει εσύ με κάλυπτες
με την κρυμμένη ομορφιά σου”.
(Σελ. 95)
Αλλού συναντάμε άλλη εικόνα, η ματιά του αγκαλιάζει όλο τον κόσμο αθωότητα, με αγάπη, με συμπάθεια, με συγκατάβαση, βλέπει τον άνθρωπο, τη γυναίκα σε ρόλους διαφορετικούς με την ίδια μέριμνα, όπως στο ποίημα που ακολουθεί:
Παραίσθηση
“Νιώθω μια περίεργη ζάλη
για να βλέπω τα κορίτσια που ακουμπούν
στα φανάρια του παγωμένου δρόμου
στο έλεος των περαστικών
να τα βλέπω ροδοκόκκινα στους αγρούς
την εποχή του θέρους¨.
(Σελ. 73)
Ακόμα και για τον διαρρήκτη που ψάχνει για χρήματα ή χρυσαφικά ή για “… κάτι / να το εξαργυρώσει, ανακάτευε/ βιβλία, γράμματα, φωτογραφίες/ και δεν βρήκε/ τίποτα για τον εαυτό του, έξω/ απ’ τον παλιό καθρέφτη που έδειχνε/ το πρόσωπό του”. (Σελ. 180). Αφήνει τον ίδιο να δει τον εαυτό του στον καθρέφτη, να νιώσει έστω λίγο την ασχήμια της πράξης του, αντί να κάνει οποιονδήποτε χαρακτηρισμό της πράξης.
Αλλού, με ένα σύντομο ποίημα όπου με τέσσερεις στίχους δίνει την εικόνα ενός ρημαγμένου κόσμου:
Η έρημος
“Οι άμαχοι μεθοκοπούσαν μες; τον πόλεμο
για να ξορκίσουν το κακό και τα παιδιά
με μάτια ορθάνοιχτα έβλεπαν λαμπερή
μιαν έρημο γεμάτη υποσχέσεις”.
(Σελ. 232
Ο Σπύρος Κατσίμης, ωστόσο, αποχαιρετά το φως όπως το έβλεπε στα μάτια των παιδιών, το καθάριο ελληνικό φως, το φως της αγαπημένης του Λευκάδας με το αφιερωμένο στη Λευκάδα τελευταίο ποίημα του τόμου “Η διαδρομή”, με το ποίημα:
Στις ηλιόλουστες μέρες
“...εγώ σου ψιθυρίζω μια μουσική ξεχασμένη
έτσι όπως από το χωράφι σου άβαφη
με αναμμένα
τα χείλη προσπερνάς το πανηγύρι.
Στις ηλιόλουστες μέρες του χειμώνα
φωτίζονται τάφοι, μνημεία και χιλιάδες
τόμοι φθαρμένων χειρογράφων
στο υγρό
“αρχείο της ιστορίας”.
Στις ηλιόλουστες μέρες του χειμώνα
η παιδική μπάντα παίζει
στις αμμουδιές, τους μύλους, τα ερείπια
του αρχαίου κάστρου
παίζει συνθέσεις κλασικών
στις ηλιόλουστες μέρες του χειμώνα.
Σπύρος Κατσίμης: Πίνακες
εξωφύλλων και εσωτερικοί, ερμηνευτικοί
των ποιημάτων και τανάπαλιν.
Σ. Ι.
Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 2017
*
*Σημείωση:
Ο Σπύρος Κατσίμης "μετέστη" ήδη
"εις την άνω ζωήν των ακαταλήπτων
πραγμάτων"
*
Ελένη Χωρεάνθη
Παλαιό Φάληρο, 3. 3. 2026
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου