Ένα μοναχικό ποδήλατο στο Χάμερσμίθ
ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΑΝΘΗ Πολλά ευχαριστώ στη Βερίνα μου, διότι:
Μνήμη Στρατή Ζαχαριάδη
//“... Στην κηδεία του λίγους μήνες μετά, απόλαμπρα, είχε πολύν κόσμο. Ήταν και οι τρεις γυναίκες της ζωής του εκεί πενθοφορούσες και θλιμμένες.
Και τι κόσμος, θεέ μου, στην κηδεία! Όλη η αφρόκρεμα της διανόησης, της
δημοσιογραφίας και της πολιτικής. Τι πλήθος εξεχόντων! Τι στεφάνια και τι λόγοι και λογύδρια. Τι ύφος και τι πένθος!
Ήταν κι οι γέροι του εκεί. Κι οι φίλοι, τ' αδέρφια του, όλοι ένα μάτσο μνήμες θλιβερές. Ήτανε κι ένα αστέρι, που έλαμπε. Ο γιος του. Ό,τι ωραίο και ζωντανό άφησε πίσω του.
Κι εκείνος ολομόναχος μέσα στο ξύλινο σπιτάκι του, ανέκφραστος, περιτριγυρισμένος από επισήμους και ασήμους ομότεχνούς του ποιητές, πρυτάνεις, κυβερνητικούς κι αντιπολιτευόμενους, βουλευτές, λιβρέες και περγαμηνές...
Όλοι θρηνούσαν "το δεινό δημοσιογράφο, τον έξοχο διανοούμενο, τον ποιητή, τον υποψήφιο πολιτευτή, τον ΑΝΘΡΩΠΟ!" Άκουσε, άν άκουγε, ό,τι στερήθηκε μια ολόκληρη ζωή σαρανταέξι τόσα χρόνια...
Το θλιβερό γεγονός πέρασε γρήγορα στα ψιλά των εφημερίδων, έγινε μνήμη, ανάμνηση, μια μικρή, σύντομη, μακρινή χαμένη άνοιξη, σκόρπια μέσα σε λίγους στίχους. Ένα κιτρινισμένο τετράδιο, ένα δάκρυ βουβό πάνω σ' ένα ξεχασμένο στίχο, "Ένα Μοναχικό ποδήλατο στο Χάμερσμιθ", έγινε ποίημα, για να διαιωνίζει την ανθρώπινη ματαιότητα, την προσκαιρότητα των λόγων και των έργων και τη δόξα την εφήμερη στις λεωφόρους της αδιαφορίας μας...”//
*
"Με αγαπούσε. Ο γάμος μας δεν ήτανε τυχαίο συμβάν. Μα κάτι δεν πήγε καλά. Δεκατρία χρόνια χωρίς παιδί! Και το ήθελε τόσο! Δεν πήγαινε άλλο".
Έτσι έλεγε. Τη δικαιολογούσε.
Τον αγαπούσε, έτσι τον βόλελευε ή δεν είχε πού αλλού ν' απιθώσει την καρδιά του; Όμως η Μαργαρίτα έφυγε.΄Εμεινε μόνο η φωτογραφία των γάμων τους στην προθήκη και για πολλά χρόνια θύμιζε στους περαστικούς το γεγονός. Φορούσε το μεταξωτό της φόρεμα το ροζ κι είχε λυμένα τα μαλλιά, όπως στους πίνακες της Αναγέννησης. Κι έτσι την κράτησε στο μυαλό, στην καρδιά και στην ψυχή του: μια τρυφερούλα ύπαρξη, σαν μια ανάσα εύοσμη, μια προσευχή στον άνεμο και σαν καημό διαβατικό. Σαν ένα Κάτι δροσερό που δεν διαρκεί πολύ κι όμως σε βόσκει χρόνια μέσα σου και σε πονάει.
Την είχε αγαπήσει μ' όλο του το είναι. Απελπισμένα ίσως. Πρώτα με τις αισθήσεις: το λευκό της πρόσωπο, το τρυφερό της δέρμα, ήταν ακόμα ένα παιδί, τα ολόξανθα σγουρά μαλλιά, τα λόγια της τ' ασύμμετρα και τα εφηβικά της όνειρα, τό ποίημα, η συνοδεία του έρωτα!
Την είχε όλη κλείσει στην καρδιά του, σαν ένα βίαιο αίσθημα απελπισίας κι ωριμότητας, που κυριάρχησε μέσα και πάνω του. Σαν μια αχτίδα φως στου βίου του την άδοξη σπατάλη. Με τα δεκαεννιά της όνειρα. Με κείνο το φλογάτο κόκκινο πουλόβερ που φορούσε τις γιορτές, όταν πηγαίνανε σε φίλους. Μπορεί να ήτανε τρελός. ΄Ενας "μουγκός τελάλης".
Έτσι συμβαίνει. Φυσικό είναι. Ο έρωτας δεν κρατάει πολύ. Δεν είναι κατοικίδιο. Μένει όσο κι η άνοιξη. Ύστερα σβήνει άξαφνα.
Η Μαργαρίτα σημείωσε στο ημερολόγιό της: "Πρέπει να κρατηθώ απ' τη ζωή, το βλέπω που με παρασέρνει αυτό το ρεύμα. Τι ήταν που μας ένωνε δεν ξέρω. Ώρες ώρες που το συλλογιέμαι, νιώθω να μου ματώνει μια πληγή. Τώρα πια έχω να φροντίζω γι' άλλα πράγματα, είναι βλέπεις κι η ζωή που δεν σ' αφήνει να ονειρευτείς, είναι κι αυτή η βαθιά πληγή που αιμορραγεί στα φυλλοκάρδια... ΄Εφταιγε ίσως το παιδί που δεν ερχόταν. Αυτό ήταν. Το παιδί, του έρωτά μας ο καρπός. Και τό 'φερε άλλος άνεμος περαστικός... Δεν ήτανε να χάνω τον καιρό μου με αναστολές. Δεν είναι πάντα άνοιξη. ΄Ενιωθα την ανάγκη από κάπου στέρεα να πιαστώ, να κρατηθώ από μια συνέχεια του κορμιού μου, κι αρπάχτηκα απ' τον καιρό μιας και μου χαμογελούσε. Και τό 'χε καταλάβει το μω(ρ)άκι μου. 'Είναι καλό παιδί, μη χάνεις τον καιρό σου με αναβολές. Σε χρειάζεται η ζωή που σε φλερτάρει. Τι με κοιτάς; Έχω γεράσει. Σ' αγαπώ πάντα, όπως και νά 'χει. Αυτό ποτέ μην το ξεχάσεις. Γεια!' Μ' αυτό το 'γεια' χωρίσαμε.
Ήταν γενναίος ως το θάνατο.
Σωριάστηκα στην άμμο του μυαλού μου και μαζεύω λεία πετραδάκια. Πασχίζω να ορθώσω τοπυργάκι που δεν καταφέραμε να στήσουμε μαζί.΄Εχω έναν άλλο διαβατάρη έρωτα. Μα νιώθω μέσα μου ένα κενό. Είναι το έμβρυο της απουσίας του. Όμως θα συνεχίσω τη ζωή. Ο άνεμος με σπρώχνει κατά κει. Κι ας το γνωρίζω πως είναι διαβατάρης και θα φύγει αναίτια όπως ήρθε".
Η Μαργαρίτα έκλεισε το τετράδιο. Βρόντηξε και την πόρτα πίσω της. Την πήρε στα φτερά του ο παράξενος, ο διαβατάρης έρωτας. ΄Εφυγε. Κι άφησε έκθετα τα γεγονότα και τα πρόσωπα.
*
Πέρασε το φθινόπωρο κρεμώντας οι αράχνες τους ιστούς στα δέντρα, στις γωνιές του κήπου, στο κοίλο της βεράντας, στο υπόγειο των αναμνήσεων. Τότε είπαμε να καλέσουμε τους φίλους, να πιούμε ένα κρασάκι, να θυμηθούμε τα παλιά, να κλάψουμε και να γελάσουμε, να στοχαστούμε παραπέρα. Υπήρχε ακόμα κάτι στις αποσκευές μας που μας ένωνε.
Ο Γιώργος έλειπε χρόνια στις θάλασσες με τα καράβια. Από τότε που παντρεύτηκε τη στρυφνή στο Μεξικό δεν ξαναγύρισε.
Πρώτη κατάφτασε η Θέκλα με τα δυο μωράκια της, το Φρίξο και την ΄Ελλη...
"Εσείς, εκεί!" Είπε τρυφερά και τους έδειξε μια γωνιά όπου έριξε ένα μαλακό χαλάκι που έβγαλε από τη μεγάλη δερμάτινη τσάντα της. "Είναι πολύ μικρά τα χρυσούλια μου, ενός μηνός μόνο, ορφανά. Τα βρήκα παρατημένα στη γωνιά του δρόμου, έκλαιγαν και τα λυπήθηκα. Εμείς οι Έλληνες δεν αγαπάμε τα ζώα. Είμαστε απάνθρωποι, αχαρακτήριστοι!"
Έφερε όλους ένα γύρο με το βλέμμα της, για να βεβαιωθεί πως την προσέχουν, η αδυναμία της, και βολεύτηκε στην αναπαυτική πολυθρόνα διπλα στο παράθυρο.
Ο Νίκος έφερε μια γλάστρα με βασιλικό.
"Είναι ξενικό φυτό, κατάλληλο για εσωτερικούς χώρους. Αν αλλάξεις τη γλάστρα, κρατάει πολύ, μπορεί και δέκα χρόνια, γίνεται πελώριος".
Τον άφησε και κάθισε σιμά στη Θέκλα.
Η Άρτεμις κουβάλησε το σκύλο της, έναν καστανό Μολοσό με άκακα, αθώα μάτια. Προτίμησε τον καναπέ δίπλα στην μπαλκονόπορτα.
"Είναι πολύ ευαίσθητος. Τώρα τελευταία έχει ψυχολογικά προβλήματα. Είναι μελαγχολικός. Φοβάται, θαρρώ πως είναι και... ερωτευμένος. Δεν μπορώ να τον αφήσω μόνο του, κλαίει.
Άξαφνα άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο αναμενόμενος. Πρώτη φορά μόνος, χωρίς τη Μαργαρίτα. Ήταν σχετικά πρόσφατος ο χωρισμός τους. Μπήκε μ' ένα πλατύ χαμόγελο και μ' ένα σάκκο, κρεμασμένο στον αριστερό του ώμο.
"Αυτές είναι όλες κι όλες οι αποσκευές μου, οι πνευματικές! Εννοείται. Ό,τι απόχτησα από αυτό το ρημάδι το επάγγελμα, που το κυνηγάω και με αποστρέφεται όπως ο διάβολος το λιβάνι. Τις κουβαλάω, δεν έχω που να τις αφήσω, που να με πάρει ο διάβολος!" είπε χαριτολογώντας, όπως πάντα, με το σύμφυτο ειρωνικό του ύφος. Και κρέμασε το σάκκο του.
Πρώτη φορά τον έβλεπα με πρόσωπο χαλαρωμένο και χλομό. Το γκρίζο μουσάκι μάκραινε και του αδυνάτιζε πολύ το λεκιασμένο από την επήρεια των φαρμάκων πρόσωπο. Του πρόσθετε δεκα και βάλε χρόνια. Εκείνο που δεν είχε αλλάξει καθόλου ήταν το διαπεραστικό του βλέμμα. Αν δεν ήξερες πόσο τρυφερό παιδί ήταν μέσα του, σου έδινε την εντύπωση σκληρού είρωνα. Τρόπος άμυνας. Το σώμα του είχε κυρτώσει. Δεν υπήρχε πια η τρυφερή, πανύψηλη τρυφεράδα του εφήβου. Και τα μαλλιά του, όσα είχαν απομείνει από τη χημειοθεραπεία, είχανε πάρει σταθερά το
χρώμα του άτονου ασημιού, σαν λερωμένα. Διατηρούσε, ωστόσο, στους τρόπους την αξιοπρέπεια της τάξης του.
"Τον έφαγε η βρομοδουλειά. Κοίτα πώς τον κατάντησε! Ύπουλος εχθρός της υγείας η κωλοδημοσιογραφία. Χμ. Είναι βέβαια και η άλλη. Δεν βλέπεις; Βρήκε την ώρα να τον εγκαταλείψει κι ας υποψιαζόταν την αρρώστια του. Και να ήταν μόνο αυτό; Είναι πολλά. Τα είχε με τον άλλο προτού χωρίσουν κι είχε μείνει έγγυος. Ναι, βέβαια!" μουρμούρισε η Άρτεμις, σφίγγοντας τις γροθιές της.
Τον είχε πάντα σε μεγάλη υπόληψη. Τον αγαπούσε. Τείναξε πίσω το κεφάλι της και βάλθηκε να ισιώνει νευρικά τα μακριά, μαύρα μαλλιά της με τις παλάμες της.
"Εμάς δεν μας πέφτει λόγος. Καθένας έχει τους καημούς και τα βάσανά του", βιάστηκα να σταματήσω τη μουρμούρα, που πήγαινε προς το κουτσομπολιό. Τράβηξα το κάθισμά μου προς το μέρος του. "Χρόνια και ζαμάνια είχαμε να σε δούμε, σε πεθυμήσαμε. Γιατί σε χάσαμε; Γιατί μας απαρνήθηκες; Ξέρεις πόσο σ' αγαπάμε".
"Να..."
Δεν πρόφτασε ν' αρθρώσει φράση. Τον έκοψε μπαίνοντας η Θάλεια.
"Μπα, μπα! Τι βλέπω! Κι εσύ εδώ; Πώς ήταν αυτό και μας καταδέχτηκες εσύ, ένας φτασμένος δημοσιογράφος, ένας διακεκριμένος πολιτικός συντάκτης σπουδαίας εφημερίδας, ένας... Αστειεύομαι. Έμαθα. Μην το βάζεις κάτω, φίλε. Ουφ! Και που έφυγε, τι έγινε; Με γεια της με χαρά της. Δεν χάθηκε ο κόσμος. Το μοναστήρι να 'ναι καλά. Μη μένεις θωρακισμένος στο καβούκι σου. Πόση είναι η ζωή! Μια εσύ, δέκα εγώ! Να της πεις".
Δεν της απάντησε. Έδειχνε να μη δίνει σημασία στα λόγια της.
"Βάλτε μου κάτι να πιω, Διψάω. Και μου την έχει δώσει και τούτος εδώ ο μπαγάσας!" είπε εννοώντας τον καρκίνο που του ρήμαζε τα σωθικά.
Έπεσε σιωπή.
Ύστερα το γυρίσαμε στην πολιτική, σχεδόν ώς τα χαράματα.
*
Ξέπνεε ο χειμώνας όταν συναντηθήκαμε ξανά. Ήταν η κηδεία κοινού φίλου που μας έφερε κοντά. Ήταν ωχρός μέσα στο ασπριδερό εργένικο κοστούμι. Δεν μπήκαμε στην εκκλησία, καθίσαμε απέξω στο πεζούλι. Μέσα κάποιος εκφωνούσε έναν τυπικό επικήδειο, άρρητα ρήματα...
" Έγραφε ωραία ποιήματα, είχε συρτάρια ολόκληρα. Τότε που δούλευα το λεξικό στο σπίτι του τα είχα δει. Ζούσε στον κόσμο του. Και δεν του φαινόταν, ξέρεις. Ήταν κλειστός. Κανένας δεν τον ένιωσε. Η γυναίκα του; Σκεύος ανάγκης. Ήτανε για το παιδί..."
"Κι έφυγε τόσο άδοξα, τόσο μοναχικά, ωσάν ανέστιος και πένης. Ποιος; Ο... Ένας από τους τελευταίους διανοούμενους της Αθήνας!"
"Σαφώς..."
"Εσύ μόνος;"
"Δεν την κατηγορώ. Είναι ανώφελο. Η Μαργαρίτα έδωσε πολλά σ' αυτό το γάμο και δεν πήρε τίποτα. 'Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος'. Ήθελε παιδί. Και εγώ... δεν! Το αλκοόλ, το καταραμένο... Δεν τα καταφέραμε. Τέλος".
Γύρισε προς την εκκλησία.
"Για φαντάσου, φίλε. Ως τα χτες μαζί, πίναμε, τρώγαμε και σήμερα του εκφωνούν τον επικήδειο. Απίστευτο! Μου φαίνεται απίστευτο!"
"Να δούμε στο τέλος ποιος θα κλάψει ποιον..."
*
Ήταν ωχρός εκείνο το λυπητερό πρωί και κούτσαινε λιγάκι δεξιά. Θα πήγαινε, να συναντήσει τον αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης.
"Είναι πολύ άρρωστος και μακιγιάρεται για να βγει έξω. Κρατάει τα προσχήματα, για τον κόσμο. Τα πολιτικά; Σκατά! Όπως πάντα", η τελευταία του φράση.
Στη διασταύρωση με τη λεωφόρο χωρίσαμε.
Τον έβλεπα που απομακρυνόταν έτσι ψηλός, με κυρτωμένη ράχη, ένα γερμένο κυπαρίσσι, ένα παιδί πρόωρα γερασμένο, ένα σαραβαλιασμένο σώμα.
"Κάποτε ήταν ωραίος σαν Άδωνις. Πώς κατάντησε... Τι απόμεινε από το ρωμαλέο εφηβικό όνειρο: ένα αθώο ασπρομάλλικο παιδί που γελάει αθώα και σαρκάζει άκακα. Αυτό απόμεινε. Ό,τι κουβαλούσε στις αποσκευές του: μια μικρή δόση αθωότητας".
*
Στην κηδεία του λίγους μήνες μετά, απόλαμπρα, είχε πολύν κόσμο. Ήταν και οι τρεις γυναίκες της ζωής του εκεί πενθοφορούσες και θλιμμένες.
Και τι κόσμος, θεέ μου, στην κηδεία! Όλη η αφρόκρεμα της διανόησης, της
δημοσιογραφίας και της πολιτικής. Τι πλήθος εξεχόντων! Τι στεφάνια και τι λόγοι και λογύδρια. Τι ύφος και τι πένθος!
Ήταν κι οι γέροι του εκεί. Κι οι φίλοι, τ' αδέρφια του, όλοι ένα μάτσο μνήμες θλιβερές. Ήτανε κι ένα αστέρι, που έλαμπε. Ο γιος του. Ό,τι ωραίο και ζωντανό άφησε πίσω του.
Κι εκείνος ολομόναχος μέσα στο ξύλινο σπιτάκι του, ανέκφραστος, περιτριγυρισμένος από επισήμους και ασήμους ομότεχνούς του ποιητές, πρυτάνεις, κυβερνητικούς κι αντιπολιτευόμενους, βουλευτές, λιβρέες και περγαμηνές...
Όλοι θρηνούσαν "το δεινό δημοσιογράφο, τον έξοχο διανοούμενο, τον ποιητή, τον υποψήφιο πολιτευτή, τον ΑΝΘΡΩΠΟ!" Άκουσε, άν άκουγε, ό,τι στερήθηκε μια ολόκληρη ζωή σαρανταέξι τόσα χρόνια...
Το θλιβερό γεγονός πέρασε γρήγορα στα ψιλά των εφημερίδων, έγινε μνήμη, ανάμνηση, μια μικρή, σύντομη, μακρινή χαμένη άνοιξη, σκόρπια μέσα σε λίγους στίχους. Ένα κιτρινισμένο τετράδιο, ένα δάκρυ βουβό πάνω σ' ένα ξεχασμένο στίχο, "Ένα Μοναχικό ποδήλατο στο Χάμερσμιθ", έγινε ποίημα, για να διαιωνίζει την ανθρώπινη ματαιότητα, την προσκαιρότητα των λόγων και των έργων και τη δόξα την εφήμερη στις λεωφόρους της αδιαφορίας μας.
*
Οι γέροι του παντοτεινά θα τόνε νανουρίζουν βρέφος κάθε που πέφτει η νύχτα στον Καρφά. Και θα τρεχοβολάει αιώνια στις ακρογιαλιές της Χίου και θα βουτάει με τα δελφίνια και τους γλάρους τις αστροφεγγιές στον Εμπορειό στα Μαύρα βόλια, στα Φανά, στη Δασκαλόπετρα, στα Μαγεμένα και στ' Αγιάσματα. Και θα μυρώνεται στη χάρη της με μύρο στην Αγια Μαρκέλα. Θα ξαποσταίνει στη σπηλιά στο Άγιο Γάλα με την Παναγιά την Αγιογαλούσαινα και στην Παναγιά την Κρήνα. Και πότε πότε, όταν ανθίζουν τα μαρτιάτικα κυκλάμινα κι οι ανεμώνες, τα σπαθινάκια, τα πολίτικα και οι τουλύπες θα κατεβαίνει στους αγρούς να χάνεται ανάμεσα στα θάμνα και τις ευωδιές και να τρυγάει μαργαρίτες, παπαρούνες κατακόκκινες, τα όνειρά του.
*
*Τίτλος ποιήματος του Στρατή Ζαχαριάδη από τη συλλογή ΠΟΙΗΜΑΤΑ
1955-1985, Καστανιώτης 1987, Αθήνα.
*
**Το διήγημά μου είναι από την ομώνυμη συλλογή διηγημάτων μου
“Ένα μοναχικό ποδήλατο στο Χάμερσμιθ” Σχεδιασμός εξωφύλλου Μάριον Χωρεάνθη
Εκδόσεις Φιλιππότης. Αθήνα 2004

Ο χρήστης Verina Horeanthi είναι με το χρήστη Despoina Tomazani και 3 ακόμη.
Ένα μοναχικό ποδήλατο στο Χάμερσμιθ, της Ελένης Χωρεάνθη
Ανάγνωση: Βερίνα Χωρεάνθη Verina Horeanthi (SILVERINA)…
Δείτε περισσότερα


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου