Μια ανάγνωση της ανθρωπογεωγραφίας στο έργο του Τάκη Σιδέρη
Ελένη Χωρεάνθη: Τάκης Σιδέρης
🟣Ημερολόγιο 2026*🟣
Ο Τάκης Σιδέρης, δεν είναι μόνο ένας κορυφαίος ζωγράφος που καλύπτει με την παρουσία του έναν αιώνα(1929 - ), είναι και σημαντικός ποιητής, δοκιμιακός πεζογράφος των έργων του, δεδομένου ότι τα πεζογραφικά του κείμενα και τα ποιητικά εν πολλοίς είναι, με τον ιδιαίοτερο τρόπο του Τάκη Σιδέρη, ερμηνευτικά της ζωγραφικής του. Γιατί ο Σιδέρης έχει αυτή τη χαρακτηριστική ιδιοτυπία να είναι ποιητής και πεζογράφος και με κλίση στη μουσική.
"Εκτιμώ ένα έργο τέχνης αν με συγκινεί το αισθητικό, καλλιτεχνικό του αποτέλεσμα κι αν με προκαλεί να σκεφτώ, αν μου δημιουργεί ενοχές κι αν με προβληματίζει, αν με αναγκάζει να σκεφτώ ποιος είναι ο προορισμός της τέχνης: Η τέχνη για την τέχνη ή η τέχνη για τον άνθρωπο. Προσπαθώ να μπω στο μυαλό του δημιουργού και να ανακαλύψω τι κομίζει, αν κομίζει κάτι νέο στην τέχνη, κάτι διαφορετικά ειπωμένο, ανανεωμένο μέσα από τη δική του θεώρηση του κόσμου και της ζωής κι αν αυτό το κάτι έχει αντίκρισμα στην πραγματικότητα και τι ουσιαστικό προτείνει στο σύγχρονο άνθρωπο για να τον ευαισθητοποιήσει ώστε να μπορεί διακρίνει το καλό από το κακό, το σωστό από το λάθος, το ωραίο από το μη ωραίο, το ηθικό από το ανήθικο, το σημαντικό από το ασήμαντο. Να τον βοηθήσει να ελευθερωθεί από τα ατομικά και τα δεσμά της πλάνης, να λυτρωθεί από την οίηση, ν’ αποκτήσει αυτογνωσία και αυτοεκτίμηση, να αυτοπροσδιοριστεί μέσα στο σύνολο των ομοίων του για να πάρει θέση απέναντι στα προβλήματα που απασχολούν το σύγχρονο κόσμο ως υπεύθυνο μέλος της κοινωνίας. Να τον διαπαιδαγωγήσει. Τα μεγάλα έργα της σοφίας και της τέχνης που μας κληροδότησε η αρχαιότητα έχουν παιδευτικό χαρακτήρα. Οι ποιητές από τους προ ομηρικούς ακόμα ως τον Ησίοδο, τον Όμηρο και τους ήρωες του λόγου της κλασικής εποχής, τραγικούς και κωμικούς ποιητές, φιλοσόφους, ζωγράφους γλύπτες, όλοι οι καλλιτέχνες εκείνοι είχαν στο νου τους τον λαό και στον λαό απευθύνονταν, ήταν διδάσκαλοι του λαού, του Δήμου, ήταν Δημιουργοί.
Μέσ’ από αυτό το πρίσμα επιχειρώ να αποκρυπτογραφήσω αποκωδικοποιώντας τα σύμβολα της εικαστικής γραφής του ζωγράφου, ποιητή και ιδιότυπου συγγραφέα Τάκη Σιδέρη. Να χαρτογραφήσω και να φιλοτεχνήσω την ανθρωπογεωγραφία του καλλιτέχνη μελετώντας τους προσφιλείς χώρους που κινείται και τους χαρακτηριστικούς τύπους που τον απασχολούν, προκειμένου να αναγνώσω συνολικά και από περιωπής το πολύπλευρο, πολυσήμαντο και εκτεταμένο έργο του, έργο ενός αγέραστου εικαστικού δημιουργού από τους σημαντικότερους στον τόπο μας τα τελευταία χρόνια.
Ο Τάκης Σιδέρης αναμφισβήτητα είναι ένας ανθρωποκεντρικός, ελληνοπρεπής δημιουργός, ένας σπουδαίος ζωγράφος, αλλά και ποιητής και στυλίστας πεζογράφος που ακολουθεί το ζωγράφο και «μαζεύει τα πεσμένα στάχυα», ό,τι περισσεύει από τις χούφτες των ματιών του ζωγράφου, όσα δεν υποτάσσονται στο χρωστήρα ή δεν έχει τη δυνατότητα να αποδώσει με χρώματα: αρώματα, φωνές παιδιών και κελαηδήματα αλλά και μινυρίσματα πουλιών χειμαζομένων, συμπεριφορές ανθρώπων, καθημερινές μικρές κωμικοτραγικές καταστάσεις, διαφοροποιήσεις σκηνικών, απρόβλεπτα κι όσα συμβαίνουν άξαφνα μπροστά του και δημιουργεί πανέξυπνες και μικρές ιστορίες με το χιούμορ ενδεδυμένο την αθωότητα και την αγνότατη σοφία απλού, υποψιασμένου ωστόσο, λαϊκού ανθρώπου σε σημείο που παραπλανά η φαινομενική τους απλότητα.
Το κάθε τι έχει ξεχωριστεί θέση στα κείμενα του. Αγαπάει παθιασμένα τον τόπο μας, την Αθήνα, την ύπαιθρο, τους απλούς ανθρώπους, τη γη, τα λουλούδια. Κάθε στιγμή, σκύβει με τρυφερότητα και η ματιά του χαϊδεύει απαλά τα ταπεινά φυτά, συνομιλεί νοερά μαζί τους, ρουφάει το άρωμα που αναδίνουν όλα τα πλάσματα στην πρώτη επαφή τους με το φως. Ακούει τις ανάσες ζωντανών και των γεννημάτων της Μεγάλης Μητέρας Γης. Συλλαβίζει τον κόσμο και τον αναγινώσκει, τον διυλίζει και τον μαθαίνει σπουδάζοντάς τον, θαρρείς, από την αρχή. Και παίρνει ό,τι γλυκαίνει την όραση, ό,τι οσφραίνεται και ό,τι ευφραίνει την ακοή του. Ταξινομεί έπειτα την πολύτιμη και πολυτίμητη σοδειά και τη χρησιμοποιεί όπως μόνο εκείνος εκτιμά ώστε ζωγραφική, ποίηση και πεζογραφία να βρίσκονται σε αμοιβαία σχέση.
Συνδυάζοντας το απλό με το υψηλό, το ωραίο με το ηθικό, το καθημερινό και το φθαρμένο με το μόνιμο και σταθερό, το σημαντικό με το ασήμαντο λειτουργώντας με μια ιδιόμορφη, πρωτογενή τεχνική, λαϊκότροπα φιλοσοφημένη, εναρμονίζοντας τα χρωματικά και τα ρυθμικά δεδομένα με την προσωδία, δημιουργεί το θαυμαστό καλλιτεχνικό του σύμπαν.
Γι’ αυτή τη δύσκολη, πολυδάπανη και οδυνηρή ενίοτε κατάκτηση όσον αφορά τη γραφή του δεν θηρεύει λέξεις εξεζητημένες, ηχηρές, λόγιες. Αντίθετα, παίρνει απλές λέξεις καθημερινές, φθαρμένες από την πολλαπλή διαιώνια χρήση και τη συνήθη κακομεταχείριση, πολυχρησιμοποιημένες, λαϊκές λέξεις, ακόμα και μεταπλασμένες, διαφοροποιημένες, και τις βασανίζει, τις αναγκάζει να πειθαρχήσουν στα δικά του «θέλω», τις παιδεύει τόσο που υπακούουν και εντάσσονται αρμονικά στο έργο του. Γράφει χαρακτηριστικά:
«Μέτρησα τις συλλαβές και τα γράμματα που είχε η κάθε μια τους. Επιχείρησα να κάνω επάνω τους γραμματολογικές και εννοιολογικές παρατηρήσεις, να προκαλέσω αντιδράσεις των, να αναγκαστούν τέλος πάντων ν΄ αποκαλύψουν κάτι όπως γίνεται συνήθως και στις τακτικές ανακρίσεις αστυνομικών υποθέσεων. Την ετυμολογία, την εκφορά του προφορικού ύφους, την προσωδία, τη ροή της μελωδικότητας και του ρυθμού μη νομίσει κανείς ότι δεν τα είχα χρησιμοποιήσει. Να πάρω χαμπάρι από πού κρατάει η σκούφια τους.(…), τίποτα δεν έγινε, γι’ αυτό αναγκάστηκα να μπω σε άλλες μεθόδους. Είχα φτάσει πλέον στα άκρα. Τις είδα γονατιστές να με εκλιπαρούν, να μου ζητάνε …έλεος. Εγώ όμως δεν το έβαζα κάτω, βράχος ή μάλλον… τοίχος απέναντί τους μέχρι να ενδώσουν οι άθλιες»(Μέρες με μικρές τέμπερες, Εριφύλη 2006σελ. 92, 93).
Λέξεις, χρώματα, αντικείμενα, όμοια και ανόμοια, διαφορετικά και άσχετα συχνά μεταξύ τους συνθηκολογούν μυστικά, βρίσκουν τρόπους να συνυπάρχουν μελωδικά, ενεργοποιούνται υπακούοντας στους δικούς του ρυθμούς, παίζουν πότε ρόλο θύματος κι άλλοτε θύτη, όπως επίσης και μέσου, και παθητικού αντικειμένου. Είναι εργαλεία και υπόδικες γιατί είναι οντότητες υπεύθυνες. Χωρίς τις λέξεις που δίνουν όνομα κι έτσι παίρνουν υπόσταση, γίνονται ορατά, αναγνωρίσιμα και υπάρχουν τα πράγματα, χωρίς τον παντοδύναμο, κυρίαρχο Λόγο δεν υπάρχει ο κόσμος «ο μικρός, ο Μέγας». Χάρη στον «εν αρχή», τον «αεί όντα» Λόγο υπάρχει ο ορατός κόσμος και ο αόρατος, ο νοητός «στον άνω βυθό των ακαταλήπτων πραγμάτων…». Εξάλλου, «με λέξεις και μ’ έρωτα έζησαν το χρόνο τους οι Έλληνες», με λέξεις και μ’ έρωτα για ό,τι υπάρχει και δημιούργησαν έναν αθάνατο Παρθενώνα, έναν Πολιτισμό με πανανθρώπινες αξίες.
Πίσω από τον ερασιτέχνη περιπατητή με την παραπλανητική απλοϊκότητα υπάρχει ο υποψιασμένος δημιουργός που με την ευστροφία ανοιχτομάτη ερευνητή διερευνά τις διαστρωματώσεις της κοινωνικοπολιτικής ζωής, διαρρηγνύει τα ιμάτια της όποιας σκοπιμότητας και συμβατικότητας της καθημερινής τρέλας που θολώνει το τοπίο και δυσκολεύει την ορατότητα, εισχωρεί στα σκοτεινά σπήλαια των υποστρωμάτων της κοινωνίας και εκμαιεύει τα καταχωνιασμένα μυστικά που κρύβουν τα υποβαθμισμένα πρόσωπα και τα καταδικασμένα στην αφάνεια πράγματα. Τα ντύνει με φορέματα σε λαμπερά χρώματα, τα λούζει με φως κι αρώματα και μαζί τους σέρνει πρώτος το χορό στη μεγάλη πίστα της χαράς με συνοδεία την ευφρόσυνη μελωδία της χρωματικής και ποιητικής αρμονίας σε όλα τα επίπεδα της ασίγαστης δημιουργικότητάς του.
Δεν λειτουργεί όμως αποκλειστικά ζωγραφικά για την περαίωση του εγχειρήματος αλλά επεμβαίνει δραματικά σκηνογραφώντας και σκηνοθετώντας τα δρώμενα, οδηγεί τους ήρωες και κατευθύνει τα διαδραματιζόμενα. Οι ψυχολογικές μεταστροφές και οι αντιδράσεις των προσώπων στα σύντομα θεατρικά δρώμενα που παρεμβάλλονται στα κείμενά του δίνονται ρεαλιστικά και όχι σπάνια ανατρεπτικά. Με τις δυνατότητες που του δίνει η ονειροφαντασία και οι ποιητικές διαστάσεις του παραμυθιού, κάνει την υπέρβαση της πραγματικότητας έτσι, ώστε το φανταστικό να εναρμονίζεται με το απτό, το συνειδητό με το ασύνειδο, η επιθυμία με την απόκρυψη/ απόρριψή της. Όλα παίρνουν ενεργό μέρος, ζωοποιούνται, δραστηριοποιούνται και λειτουργούν σ’ αυτή την οδυνηρά απολαυστική και γοητευτική διαδικασία του στοχασμού του ζωγράφου και ποιητή συγγραφέα με την πολυδιάστατη θεώρηση του κόσμου και της ζωής.
Με τη δύναμη και την ευελιξία του συνδυασμού χρωμάτων και λέξεων δεσμεύει το χρόνο στα έργα του, τον καθιστά υπόδικο και τον καθίζει στο εδώλιο κατηγορούμενο για τις απαράδεκτες πράξεις του! Είναι ο δεσμοφύλακάς του, ο αμείλικτος δικαστής, ο «κουστουμαρισμένος με τα ρούχα της Κυριακής» που τάχτηκε «ως εκπρόσωπος του ανθρώπινου γένους» να δικάσει και να καταδικάσει ακόμα κι αυτόν τον ατίθασο, τον αμείλικτο πανδαμάτορα χρόνο, «τον καλύτερο γελοιογράφο του κόσμου», κατά πώς θέλει το χρόνο ο Gonzalo Celorio στο αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα «Τρεις όμορφες Κουβανές».
Όλα είναι και δεν είναι, υπάρχουν και δεν υπάρχουν, ανατρέπονται την ίδια στιγμή σκέψεις, οράματα, καταστάσεις κι όλα μέσα στο χώρο της αμοιβαίας συνύπαρξης και αιώνιας αντιπαλότητας, είναι τόσο ωραία, όσο και παροδικά. Χρόνος παλιός, τωρινός και μελλούμενος, δεν είναι παρά μια στιγμή αιωνιότητας, ένα αιώνιο παρόν σπάνιας ωραιότητας σμιλεμένο με μουσικούς φθόγγους και διακριτικές χρωματικές πινελιές.
Έτσι η ποιητική ευαισθησία του Τάκη Σιδέρη επικαλύπτει τη διακριτική ειρωνεία που διαρρέει τα πεζά κείμενα και τους προσδίδει μαγεία και γοητεία, όγκο, διαστάσεις, θέα προς το αόρατο και το αιώνιο και τα καθιστά διαχρονικά.
Τα ονόματα των ηρώων δεν είναι απλώς προσδιοριστικά, δηλωτικά μιας ιδιότητας. Απελευθερωμένα από το συμβατικό ένδυμα του συμβόλου, ζωοποιούνται, αποκτούν υπόσταση. Οι εικονιζόμενοι άγιοι βγαίνουν από τις εικόνες ολόσωμοι και έφιπποι, όπως στην εγκόσμια ζωή τους και πορεύονται οι ίδιοι να προσκυνήσουν στους ναούς. «Ο Νεομάρτυρας Τριαντάφυλλος κάθε χρόνο προσέρχεται στην Κοίμηση κομίζοντας υπέροχο λευκό και ευωδιασμένο τριαντάφυλλο που εναποθέτει στο κόκκινο, οριζόντιο αγιογραφημένο ένδυμα της Παναγίας» (Μέρες με μικρές τέμπερες, σ. 40). Ο ποιητής συγγραφέας διαισθάνεται όσα όλοι οι άλλοι δεν μπορούν με την κοινή λογική να εννοήσουν και να ερμηνεύσουν, δίνει λύσεις με τη λογική του συναισθήματος, της καρδιάς. Η μαγεία, η γοητεία, η ασύλληπτη ομορφιά, η ασύλληπτη μουσική που αρθρώνεται στις πτυχώσεις του υποδόριου μανδύα της φύσης, η μυστική συμφωνία των όντων, η αρμονία της αθέατης πλευράς του κόσμου δεν γίνεται αντιληπτή αλλά και δεν εξηγείται με την κοινή λογική του δύο συν δύο κάνουν τέσσερα. Μόνο με την ενόραση και τη διαίσθηση μπορεί κανείς να πλησιάσει, ν’ αφουγκρασθεί και να συλλάβει τους μυστικούς παλμούς και τις κινήσεις της ζωής που συνέχει το ορατό και το αόρατο σύμπαν, το διαρκώς διογκούμενο, διευρυνόμενο σύμπαν παρασέρνοντας και τα εντός του άπειρα σύμπαντα ίσαμε το απειροελάχιστο μόριο υλικής κόνεως.
Όλα αποπνέουν άρωμα ποίησης, είναι ποίηση χρωμάτων. Είτε βρίσκεσαι μέσα σ’ έναν εκθεσιακό χώρο όπου εκτίθενται πίνακές του είτε προχωράς ψηλαφώντας τις σελίδες των βιβλίων του καταυγάζεσαι από μια φωτοπλημμύρα που περιλούει τα φυσικά και τα ανθρώπινα τοπία. Το φως και οι εναλλαγές των βασικών χρωμάτων, όπως και οι χαρακτηριστικοί, αντιπροσωπευτικοί ανθρώπινοι χαρακτήρες είναι οι πυρήνες της τέχνης του τόσο του χρωστήρα όσο και της μαγικής γραφίδας. Από παντού ξεχύνεται άσπρο φως κι ακολουθεί πλημμυρίδα χρωμάτων κι εξοχές γεμάτες ευωδιές, λουλούδια, απελευθερώνονται και προβάλλουν ολοκαίνουργοι, ντυμένοι με τα καλά τους , υψώνοντας τα κούφια κεφάλια τους οι νεκροί τεθνεώτες ως αεί ζώντες και διεκδικούντες τα όνειρά τους.
Μέσα από τις συνθέσεις του, χρωματικές και φραστικές, προβάλλουν αρμονικά σύνολα, ξεχωρίζουν τα διαπλεκόμενα μέλη και μέρη, τα χρώματα, όπως και οι λέξεις, οι φράσεις, συνδιαλέγονται, συνδιαλλάσσονται, κάποτε συνωμοτούν, πάντα όμως βγαίνουν αποκαθαρμένοι ήρωες, νικητές του σκότους, τέκνα φωτός καθαγιασμένα στην πυρά της ηλιογέννητης ποίησης των απλών πλασμάτων και πραγμάτων. Όλα περιβάλλονται από μια αγνότητα αφοπλιστική. Πρόσωπα που εκπέμπουν φως, μάτια που λάμπουν από αισιοδοξία, μάτια αχόρταγα, αστραφτερά. Όρθια, καλοφτιαγμένα, γυμνά κορμιά γυναικών που χαίρονται πελεκώντας τη μιζέρια με το φλάουτο στο ένα και το μυστρί στο άλλο χέρι. Ροζιασμένα δάκτυλα που ζητούν αξιοκρατικά δικαίωση. Σε κανένα έργο του Σιδέρη δεν υπάρχει σκοτεινότητα, επαίτης, κακομοιριά. Υπάρχει πάντα, ακόμα και σ’ ένα τοπίο με άτονα είτε λευκά είτε σκούρα χρώματα, μια λάμψη αισιοδοξίας, μια κατακόκκινη πινελιά σε μιαν ακρούλα που δίνει άλλη διάσταση στα διαδραματιζόμενα κι ανοίγει δρόμο στη χαρά και στην ελπίδα.
Η ζωγραφική του, όπως και η γραφή του, έχει μια δυναμική. Δεν είναι στατική. Οι μορφές είναι έτοιμες ν’ αποδράσουν από το φυσικό περιβάλλον και να κατακτήσουν το χώρο, γεμίζουν με την παρουσία τους το κενό. Οι λέξεις που χρησιμοποιεί στα κείμενά του είναι περιεκτικές, ουσιαστικές, δεν είναι κενές, περικλείουν εν δυνάμει οντότητες. Μέσα από τις σελίδες των βιβλίων αναδύονται ολοκληρωμένοι ήρωες, κινούνται, δραστηριοποιούνται, μεταμορφώνονται, διεκπεραιώνουν ρόλους που αναλαμβάνουν στα καθημερινά δρώμενα. Συχνά παίρνουν μέρος ή πρωταγωνιστούν σε σκετσάκια ονειροφαντασίας ή παραμυθιού: Ένας λαχειοπώλης στο σταθμό των υπεραστικών λεωφορείων, μεταμορφώνεται αλλού σε σημαιοφόρο. Ο ζωγράφος περιπλανώμενος στη Λαϊκή αγορά, εδώ ζωγραφίζει μια λαχταριστή πεσκαντρίτσα και διαπραγματεύεται για την απόκτηση της αληθινής πληρώνοντας τον ιχθυοπώλη με τη ζωγραφιστή, και σε άλλο σημείο γίνεται άξαφνα φωτογράφος και φωτογραφίζει ό,τι επιθυμεί (Δέκατο κύμα, Η λαϊκή αγορά). Οι νεκροί το σκάνε από την καταχθόνια κατοικία τους και προβάλλουν στο φως με τα σώματα τους ντυμένοι τα ρούχα και τα σύνεργα της δουλειά τους, όπως εικονίζονται σε επιτύμβιες φωτογραφίες, ή γυμνοί αιωρούνται όπως σε τοπίο της Αποκάλυψης, ενώ άγγελοι σταλμένοι από το κενό τους προσφέρουν λευκά σύγχρονα κοστούμια να καλύψουν τη μεταφυσική τους γύμνια.
Έτσι, τα υπερρεαλιστικά στοιχεία αντιστοιχούν σε συγκεκριμένα. Κι αντίθετα, μέσα από το συγκεκριμένο και το εύγλωττα ορατό μας οδηγεί στο υπερβατό, στο ονειρικό τοπίο, στο υπέρλογο μέσα από τη μυθοπλασία παραμυθιού που αγγίζει τα όρια του παραλόγου. Με μια έξοχη μαεστρία και ευκαμψία του λόγου φιλιώνει και καταφέρνει να συνυπάρχουν εντελώς ετερόκλητα στοιχεία, όπως γυμνές γυναίκες, σ’ ένα μανάβικο που είναι συγχρόνως και ιχθυοπωλείο, ο φτερωτός έρωτας, το αναλόγιο με δυο καφάσια πάνω του που οι πάτοι τους μοιάζουν με ταμπλό για ζωγραφική, μια γυμνή λαϊκή οργανοπαίχτης, φρούτα λαχταριστά, τρεις πίνακες σε παραβάν, ψάρια, ένας κόκορας με άλικο λειρί, έτοιμος να λαλήσει, παρασυρμένος από τη γυμνή κυρία με το μαντολίνο. Ο καθένας στον μπάγκο του μέσα στο χαρακτηριστικό πολυδύναμα πολυσυλλεκτικό και άκρως γοητευτικό υπερρεαλιστικό σκηνικό, ενώ ανεβασμένοι στη στέγη του καταστήματος έξαλλοι οι αγανακτισμένοι, μάλλον αναρχικοί, ντυμένοι στα ολόμαυρα οι επαναστάτες πολίτες κραυγάζουν διαμαρτυρόμενοι, διεκδικούντες τα δίκαια αιτήματά τους. Σαν Διόσκουροι, υψώνουν τεράστιο πανό με συνθήματα, με την ανοχή και τη βέβαιη αρωγή λαμπερών χρωμάτων (Μανάβικο, Χρώματα και δύο πεζά....)
Αλλού, μια κυρία καθώς πρέπει ντυμένη στα μπλε, στο αριστερό της χέρι κρατάει τελάρο με καμβά έγχρωμο, ενώ στο δεξί, αντί για πινέλο, κραδαίνει δίκοπο σπαθί (Γυναίκα με τα μπλε, Χρώματα και δύο πεζά, σελ..39).
Ο Τάκης Σιδέρης δεν είναι ο καλλιτέχνης που περιφέρεται ζωσμένος τη χλαμύδα της σπουδαιοφάνειας και της δόξας του. Είναι ένας ισορροπημένος άνθρωπος, ένας ευανάγνωστος ανθρωποκεντρικός δημιουργός. Ένας σοβαρός καλλιτέχνης, έντιμος, ένας αξιοπρεπής δημιουργός που έχει επίγνωση της αξίας και της προσφοράς του. Η κοινωνική συμπεριφορά του αποτελεί στάση ζωής, ξέρει να κρατάει τις ισορροπίες, σέβεται τον εαυτό του και το κοινό που τον αγαπάει, που τον νιώθει, που τον τιμάει κι απολαμβάνει τη δωρεά των έργων του, χαίρεται την ομορφιά του ωραίου κόσμου που προβάλλει με λέξεις είτε και με χρώματα. Έχει ιδιαίτερο ύφος, έχει στιλ. Είναι ένας διακριτικός στιλίστας συγγραφέας. Δεν είναι ο μεγαλόστομος, ο στομφώδης, ο δήθεν και θορυβώδης, ο αιθεροβάμων σκοπευτής καλλιτέχνης ο οποίος σκορπάει θύελλες δημιουργώντας εντυπώσεις και ξεσηκώνει τα πλήθη παρασέρνοντας στο διάβα του τα σύμπαντα. Είναι ένας χαρισματικός, αισθαντικός, γνήσιος δημιουργός με αίσθηση του ρυθμού και της αρμονίας και χιούμορ. Έχει επίγνωση της πραγματικότητας, διαίσθηση και διορατικότητα, είναι διανοούμενος ποιητής που αντιλαμβάνεται τα αιτήματα των ανθρώπων του καιρού του. Είναι ένας οραματιστής που βλέπει προς το μέλλον και με την πολυσήμαντη γλώσσα των χρωμάτων και τη δύναμη του γραπτού, ουσιαστικού λόγου διοχετεύει τα μηνύματα που δέχεται, όπως επαγγέλλονται με τα διαχρονικά τους έργα οι μεγάλοι κλασικοί δημιουργοί, οι Μύστες και οι σοφοί παιδαγωγοί της ανθρωπότητας.
Ο αειθαλής καλλιτέχνης, φορτωμένος πείρα, ώριμος και κατασταλαγμένος δεν επιζητεί το ακραίο, το έξαλλο, το αινιγματικό. Θέλει τον κόσμο απλό, στις φυσικές του διαστάσεις, χαριτωμένο, χωρίς μεταφυσικούς φόβους, προσδοκίες απρόσφορες. Ο κόσμος είναι αυτός που είναι. Είναι απλός, ωραίος, καλός λίαν. Κι έτσι θα είναι όσο θα υπάρχει, ίσαμε τη συντέλειά του. Διαρκώς θα μεταβάλλεται, θα πισωγυρίζει, θα χάνεται στα τάρταρα και θ’ ανασταίνεται ανανεωμένος.
Μέσ’ από την υπερβατική πολλαπλότητα της ευανάγνωστης και αναγνωρίσιμης εικόνας του εικαστικού του σύμπαντος, όπως και με τη συνενοχή στις καθημερινές διαπραγματεύσεις των ηρώων του, ο Τάκης Σιδέρης υψώνει τη φωνή του ενάντιος στο κοινωνικό και καλλιτεχνικό κατεστημένο και διαμηνύει προς πάσα κατεύθυνση:
«Φτάνει πια! Η εικόνα της ζωής πίσω από το σιδηρούν παραπέτασμα της Νέας Τάξης πραγμάτων είναι απλή, ανθρώπινη, είναι ωραία κι αξίζει να τη ζει κανείς. Ο ωμός ρεαλισμός και η παραπληροφόρηση, η φτηνή, ασυνάρτητη, ψυχοφθόρα τέχνη που οδηγούν στην καταρράκωση και τον ευτελισμό της ανθρώπινης προσωπικότητας και η φτιασιδωμένη πανοπλία της υποκρισίας έχουν περισσέψει», γιατί Το ανθρώπινο γένος δεν αντέχει τόση πραγματικότητα’, κατά πώς λέει ο ποιητής των Τεσσάρων κουαρτέτων και της Έρημης χώρας..
[Λέξεις, χρώματα, πρόσωπα και τοπία, αντικείμενα, όμοια και ανόμοια, διαφορετικά και άσχετα συχνά μεταξύ τους στο έργο του Τάκη Σιδέρη συνθηκολογούν μυστικά, βρίσκουν τρόπους να συνυπάρχουν μελωδικά, ενεργοποιούνται υπακούοντας στους δικούς του ρυθμούς, παίζουν άλλοτε ρόλο θύματος κι άλλοτε θύτη, όπως επίσης και μέσου, και παθητικού αντικειμένου. Οι λέξεις είναι όργανα, εργαλεία και υπόδικες ως πρόσωπα υπεύθυνα, αφού χάρη στις λέξεις, στο λόγο, τον «εν αρχή», τον «αεί όντα», υπάρχει ο ορατός κόσμος και ο αόρατος, ο νοητός.
Είναι ο εκτός και ο εντός των πραγμάτων και του εαυτού του, ενδεδυμένος και γυμνός, το αίνιγμα, ο γρίφος και ο επίδοξος λύτης...]
Θα μπορούσε να πει κανείς, εύλογα, πως η αδιάλειπτη καλλιτεχνική παρουσία του Τάκη Σιδέρη με τη δημοσιοποιημένη διπλή του ιδιότητα που, καλύπτει πάνω από μισόν αιώνα προσφοράς, είναι μια όαση αισιοδοξίας, χαράς και ελπίδας, μια ένδειξη έστω, αν όχι απόδειξη, πως δεν εγκατέλειψε ο Θεός τον κόσμο του και τον άνθρωπο..."
Ελένη Χωρεάνθη.
Παλαιό Φάληρο, 6/ 11 Ιανουρίου 2009// 12. 2. 2026
*
1. Σημείωση: Το έργο του Τάκη Σιδέρη "Μητρότητα" κοσμεί και την Δημοτική Πινακοθήκη Αγρινίου.
Ελένη Χωρεάνθη: Τάκης Σιδέρης
🟣Ημερολόγιο 2026*🟣
Ο Τάκης Σιδέρης, δεν είναι μόνο ένας κορυφαίος ζωγράφος που καλύπτει με την παρουσία του έναν αιώνα(1929 - ), είναι και σημαντικός ποιητής, δοκιμιακός πεζογράφος των έργων του, δεδομένου ότι τα πεζογραφικά του κείμενα και τα ποιητικά εν πολλοίς είναι, με τον ιδιαίοτερο τρόπο του Τάκη Σιδέρη, ερμηνευτικά της ζωγραφικής του. Γιατί ο Σιδέρης έχει αυτή τη χαρακτηριστική ιδιοτυπία να είναι ποιητής και πεζογράφος και με κλίση στη μουσική.
"Εκτιμώ ένα έργο τέχνης αν με συγκινεί το αισθητικό, καλλιτεχνικό του αποτέλεσμα κι αν με προκαλεί να σκεφτώ, αν μου δημιουργεί ενοχές κι αν με προβληματίζει, αν με αναγκάζει να σκεφτώ ποιος είναι ο προορισμός της τέχνης: Η τέχνη για την τέχνη ή η τέχνη για τον άνθρωπο. Προσπαθώ να μπω στο μυαλό του δημιουργού και να ανακαλύψω τι κομίζει, αν κομίζει κάτι νέο στην τέχνη, κάτι διαφορετικά ειπωμένο, ανανεωμένο μέσα από τη δική του θεώρηση του κόσμου και της ζωής κι αν αυτό το κάτι έχει αντίκρισμα στην πραγματικότητα και τι ουσιαστικό προτείνει στο σύγχρονο άνθρωπο για να τον ευαισθητοποιήσει ώστε να μπορεί διακρίνει το καλό από το κακό, το σωστό από το λάθος, το ωραίο από το μη ωραίο, το ηθικό από το ανήθικο, το σημαντικό από το ασήμαντο. Να τον βοηθήσει να ελευθερωθεί από τα ατομικά και τα δεσμά της πλάνης, να λυτρωθεί από την οίηση, ν’ αποκτήσει αυτογνωσία και αυτοεκτίμηση, να αυτοπροσδιοριστεί μέσα στο σύνολο των ομοίων του για να πάρει θέση απέναντι στα προβλήματα που απασχολούν το σύγχρονο κόσμο ως υπεύθυνο μέλος της κοινωνίας. Να τον διαπαιδαγωγήσει. Τα μεγάλα έργα της σοφίας και της τέχνης που μας κληροδότησε η αρχαιότητα έχουν παιδευτικό χαρακτήρα. Οι ποιητές από τους προ ομηρικούς ακόμα ως τον Ησίοδο, τον Όμηρο και τους ήρωες του λόγου της κλασικής εποχής, τραγικούς και κωμικούς ποιητές, φιλοσόφους, ζωγράφους γλύπτες, όλοι οι καλλιτέχνες εκείνοι είχαν στο νου τους τον λαό και στον λαό απευθύνονταν, ήταν διδάσκαλοι του λαού, του Δήμου, ήταν Δημιουργοί.
Μέσ’ από αυτό το πρίσμα επιχειρώ να αποκρυπτογραφήσω αποκωδικοποιώντας τα σύμβολα της εικαστικής γραφής του ζωγράφου, ποιητή και ιδιότυπου συγγραφέα Τάκη Σιδέρη. Να χαρτογραφήσω και να φιλοτεχνήσω την ανθρωπογεωγραφία του καλλιτέχνη μελετώντας τους προσφιλείς χώρους που κινείται και τους χαρακτηριστικούς τύπους που τον απασχολούν, προκειμένου να αναγνώσω συνολικά και από περιωπής το πολύπλευρο, πολυσήμαντο και εκτεταμένο έργο του, έργο ενός αγέραστου εικαστικού δημιουργού από τους σημαντικότερους στον τόπο μας τα τελευταία χρόνια.
Ο Τάκης Σιδέρης αναμφισβήτητα είναι ένας ανθρωποκεντρικός, ελληνοπρεπής δημιουργός, ένας σπουδαίος ζωγράφος, αλλά και ποιητής και στυλίστας πεζογράφος που ακολουθεί το ζωγράφο και «μαζεύει τα πεσμένα στάχυα», ό,τι περισσεύει από τις χούφτες των ματιών του ζωγράφου, όσα δεν υποτάσσονται στο χρωστήρα ή δεν έχει τη δυνατότητα να αποδώσει με χρώματα: αρώματα, φωνές παιδιών και κελαηδήματα αλλά και μινυρίσματα πουλιών χειμαζομένων, συμπεριφορές ανθρώπων, καθημερινές μικρές κωμικοτραγικές καταστάσεις, διαφοροποιήσεις σκηνικών, απρόβλεπτα κι όσα συμβαίνουν άξαφνα μπροστά του και δημιουργεί πανέξυπνες και μικρές ιστορίες με το χιούμορ ενδεδυμένο την αθωότητα και την αγνότατη σοφία απλού, υποψιασμένου ωστόσο, λαϊκού ανθρώπου σε σημείο που παραπλανά η φαινομενική τους απλότητα.
Το κάθε τι έχει ξεχωριστεί θέση στα κείμενα του. Αγαπάει παθιασμένα τον τόπο μας, την Αθήνα, την ύπαιθρο, τους απλούς ανθρώπους, τη γη, τα λουλούδια. Κάθε στιγμή, σκύβει με τρυφερότητα και η ματιά του χαϊδεύει απαλά τα ταπεινά φυτά, συνομιλεί νοερά μαζί τους, ρουφάει το άρωμα που αναδίνουν όλα τα πλάσματα στην πρώτη επαφή τους με το φως. Ακούει τις ανάσες ζωντανών και των γεννημάτων της Μεγάλης Μητέρας Γης. Συλλαβίζει τον κόσμο και τον αναγινώσκει, τον διυλίζει και τον μαθαίνει σπουδάζοντάς τον, θαρρείς, από την αρχή. Και παίρνει ό,τι γλυκαίνει την όραση, ό,τι οσφραίνεται και ό,τι ευφραίνει την ακοή του. Ταξινομεί έπειτα την πολύτιμη και πολυτίμητη σοδειά και τη χρησιμοποιεί όπως μόνο εκείνος εκτιμά ώστε ζωγραφική, ποίηση και πεζογραφία να βρίσκονται σε αμοιβαία σχέση.
Συνδυάζοντας το απλό με το υψηλό, το ωραίο με το ηθικό, το καθημερινό και το φθαρμένο με το μόνιμο και σταθερό, το σημαντικό με το ασήμαντο λειτουργώντας με μια ιδιόμορφη, πρωτογενή τεχνική, λαϊκότροπα φιλοσοφημένη, εναρμονίζοντας τα χρωματικά και τα ρυθμικά δεδομένα με την προσωδία, δημιουργεί το θαυμαστό καλλιτεχνικό του σύμπαν.
Γι’ αυτή τη δύσκολη, πολυδάπανη και οδυνηρή ενίοτε κατάκτηση όσον αφορά τη γραφή του δεν θηρεύει λέξεις εξεζητημένες, ηχηρές, λόγιες. Αντίθετα, παίρνει απλές λέξεις καθημερινές, φθαρμένες από την πολλαπλή διαιώνια χρήση και τη συνήθη κακομεταχείριση, πολυχρησιμοποιημένες, λαϊκές λέξεις, ακόμα και μεταπλασμένες, διαφοροποιημένες, και τις βασανίζει, τις αναγκάζει να πειθαρχήσουν στα δικά του «θέλω», τις παιδεύει τόσο που υπακούουν και εντάσσονται αρμονικά στο έργο του. Γράφει χαρακτηριστικά:
«Μέτρησα τις συλλαβές και τα γράμματα που είχε η κάθε μια τους. Επιχείρησα να κάνω επάνω τους γραμματολογικές και εννοιολογικές παρατηρήσεις, να προκαλέσω αντιδράσεις των, να αναγκαστούν τέλος πάντων ν΄ αποκαλύψουν κάτι όπως γίνεται συνήθως και στις τακτικές ανακρίσεις αστυνομικών υποθέσεων. Την ετυμολογία, την εκφορά του προφορικού ύφους, την προσωδία, τη ροή της μελωδικότητας και του ρυθμού μη νομίσει κανείς ότι δεν τα είχα χρησιμοποιήσει. Να πάρω χαμπάρι από πού κρατάει η σκούφια τους.(…), τίποτα δεν έγινε, γι’ αυτό αναγκάστηκα να μπω σε άλλες μεθόδους. Είχα φτάσει πλέον στα άκρα. Τις είδα γονατιστές να με εκλιπαρούν, να μου ζητάνε …έλεος. Εγώ όμως δεν το έβαζα κάτω, βράχος ή μάλλον… τοίχος απέναντί τους μέχρι να ενδώσουν οι άθλιες»(Μέρες με μικρές τέμπερες, Εριφύλη 2006σελ. 92, 93).
Λέξεις, χρώματα, αντικείμενα, όμοια και ανόμοια, διαφορετικά και άσχετα συχνά μεταξύ τους συνθηκολογούν μυστικά, βρίσκουν τρόπους να συνυπάρχουν μελωδικά, ενεργοποιούνται υπακούοντας στους δικούς του ρυθμούς, παίζουν πότε ρόλο θύματος κι άλλοτε θύτη, όπως επίσης και μέσου, και παθητικού αντικειμένου. Είναι εργαλεία και υπόδικες γιατί είναι οντότητες υπεύθυνες. Χωρίς τις λέξεις που δίνουν όνομα κι έτσι παίρνουν υπόσταση, γίνονται ορατά, αναγνωρίσιμα και υπάρχουν τα πράγματα, χωρίς τον παντοδύναμο, κυρίαρχο Λόγο δεν υπάρχει ο κόσμος «ο μικρός, ο Μέγας». Χάρη στον «εν αρχή», τον «αεί όντα» Λόγο υπάρχει ο ορατός κόσμος και ο αόρατος, ο νοητός «στον άνω βυθό των ακαταλήπτων πραγμάτων…». Εξάλλου, «με λέξεις και μ’ έρωτα έζησαν το χρόνο τους οι Έλληνες», με λέξεις και μ’ έρωτα για ό,τι υπάρχει και δημιούργησαν έναν αθάνατο Παρθενώνα, έναν Πολιτισμό με πανανθρώπινες αξίες.
Πίσω από τον ερασιτέχνη περιπατητή με την παραπλανητική απλοϊκότητα υπάρχει ο υποψιασμένος δημιουργός που με την ευστροφία ανοιχτομάτη ερευνητή διερευνά τις διαστρωματώσεις της κοινωνικοπολιτικής ζωής, διαρρηγνύει τα ιμάτια της όποιας σκοπιμότητας και συμβατικότητας της καθημερινής τρέλας που θολώνει το τοπίο και δυσκολεύει την ορατότητα, εισχωρεί στα σκοτεινά σπήλαια των υποστρωμάτων της κοινωνίας και εκμαιεύει τα καταχωνιασμένα μυστικά που κρύβουν τα υποβαθμισμένα πρόσωπα και τα καταδικασμένα στην αφάνεια πράγματα. Τα ντύνει με φορέματα σε λαμπερά χρώματα, τα λούζει με φως κι αρώματα και μαζί τους σέρνει πρώτος το χορό στη μεγάλη πίστα της χαράς με συνοδεία την ευφρόσυνη μελωδία της χρωματικής και ποιητικής αρμονίας σε όλα τα επίπεδα της ασίγαστης δημιουργικότητάς του.
Δεν λειτουργεί όμως αποκλειστικά ζωγραφικά για την περαίωση του εγχειρήματος αλλά επεμβαίνει δραματικά σκηνογραφώντας και σκηνοθετώντας τα δρώμενα, οδηγεί τους ήρωες και κατευθύνει τα διαδραματιζόμενα. Οι ψυχολογικές μεταστροφές και οι αντιδράσεις των προσώπων στα σύντομα θεατρικά δρώμενα που παρεμβάλλονται στα κείμενά του δίνονται ρεαλιστικά και όχι σπάνια ανατρεπτικά. Με τις δυνατότητες που του δίνει η ονειροφαντασία και οι ποιητικές διαστάσεις του παραμυθιού, κάνει την υπέρβαση της πραγματικότητας έτσι, ώστε το φανταστικό να εναρμονίζεται με το απτό, το συνειδητό με το ασύνειδο, η επιθυμία με την απόκρυψη/ απόρριψή της. Όλα παίρνουν ενεργό μέρος, ζωοποιούνται, δραστηριοποιούνται και λειτουργούν σ’ αυτή την οδυνηρά απολαυστική και γοητευτική διαδικασία του στοχασμού του ζωγράφου και ποιητή συγγραφέα με την πολυδιάστατη θεώρηση του κόσμου και της ζωής.
Με τη δύναμη και την ευελιξία του συνδυασμού χρωμάτων και λέξεων δεσμεύει το χρόνο στα έργα του, τον καθιστά υπόδικο και τον καθίζει στο εδώλιο κατηγορούμενο για τις απαράδεκτες πράξεις του! Είναι ο δεσμοφύλακάς του, ο αμείλικτος δικαστής, ο «κουστουμαρισμένος με τα ρούχα της Κυριακής» που τάχτηκε «ως εκπρόσωπος του ανθρώπινου γένους» να δικάσει και να καταδικάσει ακόμα κι αυτόν τον ατίθασο, τον αμείλικτο πανδαμάτορα χρόνο, «τον καλύτερο γελοιογράφο του κόσμου», κατά πώς θέλει το χρόνο ο Gonzalo Celorio στο αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα «Τρεις όμορφες Κουβανές».
Όλα είναι και δεν είναι, υπάρχουν και δεν υπάρχουν, ανατρέπονται την ίδια στιγμή σκέψεις, οράματα, καταστάσεις κι όλα μέσα στο χώρο της αμοιβαίας συνύπαρξης και αιώνιας αντιπαλότητας, είναι τόσο ωραία, όσο και παροδικά. Χρόνος παλιός, τωρινός και μελλούμενος, δεν είναι παρά μια στιγμή αιωνιότητας, ένα αιώνιο παρόν σπάνιας ωραιότητας σμιλεμένο με μουσικούς φθόγγους και διακριτικές χρωματικές πινελιές.
Έτσι η ποιητική ευαισθησία του Τάκη Σιδέρη επικαλύπτει τη διακριτική ειρωνεία που διαρρέει τα πεζά κείμενα και τους προσδίδει μαγεία και γοητεία, όγκο, διαστάσεις, θέα προς το αόρατο και το αιώνιο και τα καθιστά διαχρονικά.
Τα ονόματα των ηρώων δεν είναι απλώς προσδιοριστικά, δηλωτικά μιας ιδιότητας. Απελευθερωμένα από το συμβατικό ένδυμα του συμβόλου, ζωοποιούνται, αποκτούν υπόσταση. Οι εικονιζόμενοι άγιοι βγαίνουν από τις εικόνες ολόσωμοι και έφιπποι, όπως στην εγκόσμια ζωή τους και πορεύονται οι ίδιοι να προσκυνήσουν στους ναούς. «Ο Νεομάρτυρας Τριαντάφυλλος κάθε χρόνο προσέρχεται στην Κοίμηση κομίζοντας υπέροχο λευκό και ευωδιασμένο τριαντάφυλλο που εναποθέτει στο κόκκινο, οριζόντιο αγιογραφημένο ένδυμα της Παναγίας» (Μέρες με μικρές τέμπερες, σ. 40). Ο ποιητής συγγραφέας διαισθάνεται όσα όλοι οι άλλοι δεν μπορούν με την κοινή λογική να εννοήσουν και να ερμηνεύσουν, δίνει λύσεις με τη λογική του συναισθήματος, της καρδιάς. Η μαγεία, η γοητεία, η ασύλληπτη ομορφιά, η ασύλληπτη μουσική που αρθρώνεται στις πτυχώσεις του υποδόριου μανδύα της φύσης, η μυστική συμφωνία των όντων, η αρμονία της αθέατης πλευράς του κόσμου δεν γίνεται αντιληπτή αλλά και δεν εξηγείται με την κοινή λογική του δύο συν δύο κάνουν τέσσερα. Μόνο με την ενόραση και τη διαίσθηση μπορεί κανείς να πλησιάσει, ν’ αφουγκρασθεί και να συλλάβει τους μυστικούς παλμούς και τις κινήσεις της ζωής που συνέχει το ορατό και το αόρατο σύμπαν, το διαρκώς διογκούμενο, διευρυνόμενο σύμπαν παρασέρνοντας και τα εντός του άπειρα σύμπαντα ίσαμε το απειροελάχιστο μόριο υλικής κόνεως.
Όλα αποπνέουν άρωμα ποίησης, είναι ποίηση χρωμάτων. Είτε βρίσκεσαι μέσα σ’ έναν εκθεσιακό χώρο όπου εκτίθενται πίνακές του είτε προχωράς ψηλαφώντας τις σελίδες των βιβλίων του καταυγάζεσαι από μια φωτοπλημμύρα που περιλούει τα φυσικά και τα ανθρώπινα τοπία. Το φως και οι εναλλαγές των βασικών χρωμάτων, όπως και οι χαρακτηριστικοί, αντιπροσωπευτικοί ανθρώπινοι χαρακτήρες είναι οι πυρήνες της τέχνης του τόσο του χρωστήρα όσο και της μαγικής γραφίδας. Από παντού ξεχύνεται άσπρο φως κι ακολουθεί πλημμυρίδα χρωμάτων κι εξοχές γεμάτες ευωδιές, λουλούδια, απελευθερώνονται και προβάλλουν ολοκαίνουργοι, ντυμένοι με τα καλά τους , υψώνοντας τα κούφια κεφάλια τους οι νεκροί τεθνεώτες ως αεί ζώντες και διεκδικούντες τα όνειρά τους.
Μέσα από τις συνθέσεις του, χρωματικές και φραστικές, προβάλλουν αρμονικά σύνολα, ξεχωρίζουν τα διαπλεκόμενα μέλη και μέρη, τα χρώματα, όπως και οι λέξεις, οι φράσεις, συνδιαλέγονται, συνδιαλλάσσονται, κάποτε συνωμοτούν, πάντα όμως βγαίνουν αποκαθαρμένοι ήρωες, νικητές του σκότους, τέκνα φωτός καθαγιασμένα στην πυρά της ηλιογέννητης ποίησης των απλών πλασμάτων και πραγμάτων. Όλα περιβάλλονται από μια αγνότητα αφοπλιστική. Πρόσωπα που εκπέμπουν φως, μάτια που λάμπουν από αισιοδοξία, μάτια αχόρταγα, αστραφτερά. Όρθια, καλοφτιαγμένα, γυμνά κορμιά γυναικών που χαίρονται πελεκώντας τη μιζέρια με το φλάουτο στο ένα και το μυστρί στο άλλο χέρι. Ροζιασμένα δάκτυλα που ζητούν αξιοκρατικά δικαίωση. Σε κανένα έργο του Σιδέρη δεν υπάρχει σκοτεινότητα, επαίτης, κακομοιριά. Υπάρχει πάντα, ακόμα και σ’ ένα τοπίο με άτονα είτε λευκά είτε σκούρα χρώματα, μια λάμψη αισιοδοξίας, μια κατακόκκινη πινελιά σε μιαν ακρούλα που δίνει άλλη διάσταση στα διαδραματιζόμενα κι ανοίγει δρόμο στη χαρά και στην ελπίδα.
Η ζωγραφική του, όπως και η γραφή του, έχει μια δυναμική. Δεν είναι στατική. Οι μορφές είναι έτοιμες ν’ αποδράσουν από το φυσικό περιβάλλον και να κατακτήσουν το χώρο, γεμίζουν με την παρουσία τους το κενό. Οι λέξεις που χρησιμοποιεί στα κείμενά του είναι περιεκτικές, ουσιαστικές, δεν είναι κενές, περικλείουν εν δυνάμει οντότητες. Μέσα από τις σελίδες των βιβλίων αναδύονται ολοκληρωμένοι ήρωες, κινούνται, δραστηριοποιούνται, μεταμορφώνονται, διεκπεραιώνουν ρόλους που αναλαμβάνουν στα καθημερινά δρώμενα. Συχνά παίρνουν μέρος ή πρωταγωνιστούν σε σκετσάκια ονειροφαντασίας ή παραμυθιού: Ένας λαχειοπώλης στο σταθμό των υπεραστικών λεωφορείων, μεταμορφώνεται αλλού σε σημαιοφόρο. Ο ζωγράφος περιπλανώμενος στη Λαϊκή αγορά, εδώ ζωγραφίζει μια λαχταριστή πεσκαντρίτσα και διαπραγματεύεται για την απόκτηση της αληθινής πληρώνοντας τον ιχθυοπώλη με τη ζωγραφιστή, και σε άλλο σημείο γίνεται άξαφνα φωτογράφος και φωτογραφίζει ό,τι επιθυμεί (Δέκατο κύμα, Η λαϊκή αγορά). Οι νεκροί το σκάνε από την καταχθόνια κατοικία τους και προβάλλουν στο φως με τα σώματα τους ντυμένοι τα ρούχα και τα σύνεργα της δουλειά τους, όπως εικονίζονται σε επιτύμβιες φωτογραφίες, ή γυμνοί αιωρούνται όπως σε τοπίο της Αποκάλυψης, ενώ άγγελοι σταλμένοι από το κενό τους προσφέρουν λευκά σύγχρονα κοστούμια να καλύψουν τη μεταφυσική τους γύμνια.
Έτσι, τα υπερρεαλιστικά στοιχεία αντιστοιχούν σε συγκεκριμένα. Κι αντίθετα, μέσα από το συγκεκριμένο και το εύγλωττα ορατό μας οδηγεί στο υπερβατό, στο ονειρικό τοπίο, στο υπέρλογο μέσα από τη μυθοπλασία παραμυθιού που αγγίζει τα όρια του παραλόγου. Με μια έξοχη μαεστρία και ευκαμψία του λόγου φιλιώνει και καταφέρνει να συνυπάρχουν εντελώς ετερόκλητα στοιχεία, όπως γυμνές γυναίκες, σ’ ένα μανάβικο που είναι συγχρόνως και ιχθυοπωλείο, ο φτερωτός έρωτας, το αναλόγιο με δυο καφάσια πάνω του που οι πάτοι τους μοιάζουν με ταμπλό για ζωγραφική, μια γυμνή λαϊκή οργανοπαίχτης, φρούτα λαχταριστά, τρεις πίνακες σε παραβάν, ψάρια, ένας κόκορας με άλικο λειρί, έτοιμος να λαλήσει, παρασυρμένος από τη γυμνή κυρία με το μαντολίνο. Ο καθένας στον μπάγκο του μέσα στο χαρακτηριστικό πολυδύναμα πολυσυλλεκτικό και άκρως γοητευτικό υπερρεαλιστικό σκηνικό, ενώ ανεβασμένοι στη στέγη του καταστήματος έξαλλοι οι αγανακτισμένοι, μάλλον αναρχικοί, ντυμένοι στα ολόμαυρα οι επαναστάτες πολίτες κραυγάζουν διαμαρτυρόμενοι, διεκδικούντες τα δίκαια αιτήματά τους. Σαν Διόσκουροι, υψώνουν τεράστιο πανό με συνθήματα, με την ανοχή και τη βέβαιη αρωγή λαμπερών χρωμάτων (Μανάβικο, Χρώματα και δύο πεζά....)
Αλλού, μια κυρία καθώς πρέπει ντυμένη στα μπλε, στο αριστερό της χέρι κρατάει τελάρο με καμβά έγχρωμο, ενώ στο δεξί, αντί για πινέλο, κραδαίνει δίκοπο σπαθί (Γυναίκα με τα μπλε, Χρώματα και δύο πεζά, σελ..39).
Ο Τάκης Σιδέρης δεν είναι ο καλλιτέχνης που περιφέρεται ζωσμένος τη χλαμύδα της σπουδαιοφάνειας και της δόξας του. Είναι ένας ισορροπημένος άνθρωπος, ένας ευανάγνωστος ανθρωποκεντρικός δημιουργός. Ένας σοβαρός καλλιτέχνης, έντιμος, ένας αξιοπρεπής δημιουργός που έχει επίγνωση της αξίας και της προσφοράς του. Η κοινωνική συμπεριφορά του αποτελεί στάση ζωής, ξέρει να κρατάει τις ισορροπίες, σέβεται τον εαυτό του και το κοινό που τον αγαπάει, που τον νιώθει, που τον τιμάει κι απολαμβάνει τη δωρεά των έργων του, χαίρεται την ομορφιά του ωραίου κόσμου που προβάλλει με λέξεις είτε και με χρώματα. Έχει ιδιαίτερο ύφος, έχει στιλ. Είναι ένας διακριτικός στιλίστας συγγραφέας. Δεν είναι ο μεγαλόστομος, ο στομφώδης, ο δήθεν και θορυβώδης, ο αιθεροβάμων σκοπευτής καλλιτέχνης ο οποίος σκορπάει θύελλες δημιουργώντας εντυπώσεις και ξεσηκώνει τα πλήθη παρασέρνοντας στο διάβα του τα σύμπαντα. Είναι ένας χαρισματικός, αισθαντικός, γνήσιος δημιουργός με αίσθηση του ρυθμού και της αρμονίας και χιούμορ. Έχει επίγνωση της πραγματικότητας, διαίσθηση και διορατικότητα, είναι διανοούμενος ποιητής που αντιλαμβάνεται τα αιτήματα των ανθρώπων του καιρού του. Είναι ένας οραματιστής που βλέπει προς το μέλλον και με την πολυσήμαντη γλώσσα των χρωμάτων και τη δύναμη του γραπτού, ουσιαστικού λόγου διοχετεύει τα μηνύματα που δέχεται, όπως επαγγέλλονται με τα διαχρονικά τους έργα οι μεγάλοι κλασικοί δημιουργοί, οι Μύστες και οι σοφοί παιδαγωγοί της ανθρωπότητας.
Ο αειθαλής καλλιτέχνης, φορτωμένος πείρα, ώριμος και κατασταλαγμένος δεν επιζητεί το ακραίο, το έξαλλο, το αινιγματικό. Θέλει τον κόσμο απλό, στις φυσικές του διαστάσεις, χαριτωμένο, χωρίς μεταφυσικούς φόβους, προσδοκίες απρόσφορες. Ο κόσμος είναι αυτός που είναι. Είναι απλός, ωραίος, καλός λίαν. Κι έτσι θα είναι όσο θα υπάρχει, ίσαμε τη συντέλειά του. Διαρκώς θα μεταβάλλεται, θα πισωγυρίζει, θα χάνεται στα τάρταρα και θ’ ανασταίνεται ανανεωμένος.
Μέσ’ από την υπερβατική πολλαπλότητα της ευανάγνωστης και αναγνωρίσιμης εικόνας του εικαστικού του σύμπαντος, όπως και με τη συνενοχή στις καθημερινές διαπραγματεύσεις των ηρώων του, ο Τάκης Σιδέρης υψώνει τη φωνή του ενάντιος στο κοινωνικό και καλλιτεχνικό κατεστημένο και διαμηνύει προς πάσα κατεύθυνση:
«Φτάνει πια! Η εικόνα της ζωής πίσω από το σιδηρούν παραπέτασμα της Νέας Τάξης πραγμάτων είναι απλή, ανθρώπινη, είναι ωραία κι αξίζει να τη ζει κανείς. Ο ωμός ρεαλισμός και η παραπληροφόρηση, η φτηνή, ασυνάρτητη, ψυχοφθόρα τέχνη που οδηγούν στην καταρράκωση και τον ευτελισμό της ανθρώπινης προσωπικότητας και η φτιασιδωμένη πανοπλία της υποκρισίας έχουν περισσέψει», γιατί Το ανθρώπινο γένος δεν αντέχει τόση πραγματικότητα’, κατά πώς λέει ο ποιητής των Τεσσάρων κουαρτέτων και της Έρημης χώρας..
[Λέξεις, χρώματα, πρόσωπα και τοπία, αντικείμενα, όμοια και ανόμοια, διαφορετικά και άσχετα συχνά μεταξύ τους στο έργο του Τάκη Σιδέρη συνθηκολογούν μυστικά, βρίσκουν τρόπους να συνυπάρχουν μελωδικά, ενεργοποιούνται υπακούοντας στους δικούς του ρυθμούς, παίζουν άλλοτε ρόλο θύματος κι άλλοτε θύτη, όπως επίσης και μέσου, και παθητικού αντικειμένου. Οι λέξεις είναι όργανα, εργαλεία και υπόδικες ως πρόσωπα υπεύθυνα, αφού χάρη στις λέξεις, στο λόγο, τον «εν αρχή», τον «αεί όντα», υπάρχει ο ορατός κόσμος και ο αόρατος, ο νοητός.
Είναι ο εκτός και ο εντός των πραγμάτων και του εαυτού του, ενδεδυμένος και γυμνός, το αίνιγμα, ο γρίφος και ο επίδοξος λύτης...]
Θα μπορούσε να πει κανείς, εύλογα, πως η αδιάλειπτη καλλιτεχνική παρουσία του Τάκη Σιδέρη με τη δημοσιοποιημένη διπλή του ιδιότητα που, καλύπτει πάνω από μισόν αιώνα προσφοράς, είναι μια όαση αισιοδοξίας, χαράς και ελπίδας, μια ένδειξη έστω, αν όχι απόδειξη, πως δεν εγκατέλειψε ο Θεός τον κόσμο του και τον άνθρωπο..."
Ελένη Χωρεάνθη.
Παλαιό Φάληρο, 6/ 11 Ιανουρίου 2009// 12. 2. 2026
*
1. Σημείωση: Το έργο του Τάκη Σιδέρη "Μητρότητα" κοσμεί και την Δημοτική Πινακοθήκη Αγρινίου.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου