ΑΘΉΝΑ, 1998/1999, στο πρώτο μας σπίτι, εκείνες τις υπέροχες, τις ανεπανάληπτες ημέρες, όταν όλα ήταν χαρούμενα και τίποτα δεν προμήνυε τον κεραυνό. Ας είναι, δοξασμένος ο Θεός, αντέξαμε, όπως αντέξαμε,τα καταφέραμε, Επιβιώσαμε. Ένα ποίημα από εκείνη την εποχή της "άνοιξης" που, ούτως ή άλλως, επιμένει να μένει ως πυξίδα και να μας συντροφεύει...
αναταράζοντας τη σκόνη απ' τα ροδόφυλλα
Είχαν ανθίσει από νωρίς
τα πεύκα κι οι μολόχες στη Συγγρού
κι είχε βλαστήσει ξαφνικά το χώμα
Φορούσε το τριανταφυλλί της άρωμα στο δέρμα
σάλευε στους βοστρύχους της το απόβροχο
και συντελούνταν η ανθοφορία του σώματος
μες στον καθρέφτη της σιγής
με μια διαολεμένη αναρρίχηση στη μνήμη
*
Μοσχοβολούσαν δεντρολίβανο το σούρουπο
οι ώρες των εσπερινών δεήσεων
δακρύζανε από τον καημό τα κρίνα
κι είχαν τα κυπαρίσσια μια στοργή
γι' αυτό το χώμα
*
Πρέπει να στοχαστούμε τη φυγή
θα τον αντέξουμε το χλευασμό
σαν ένα κόμπο λύπης στου λογισμού την αναβάπτιση
Πρέπει στο φως τον κόσμο μου να ξεδιαλύνω
ο έρωτας κόβει το θάνατο στα δυο
Εμπρός
ας συναπαντηθούμε σ' ένα τελευταίο δείπνο
"τούτο εστί το σώμα μου" το ερωτικό
Μέσα από το ροδί πουκάμισο ξεχώριζα
την υπερούσια σάρκα
δοσμένη ολότελα στον εναγκαλισμό του πάθους ώς τη συντέλεια του κόσμου
Σάλευαν γύρω μου τα μέλη της
το σώμα μου ασπαζότανε το σώμα της
μια κίνηση του ενταφιασμού των συνειδήσεων
*
Κανένας μας δεν πόθησε λιγότερο
κανένας μας δεν είδε το νεκρό που φέρναμε
τον έρωτά μας
το κυπαρίσσι που φυτέψαμε στη μνήμη
άρνηση της συμβατικότητας
δεν ξέρω
Όλος ο κόσμος ένα πράγμα στρογγυλό
κυλούσε με τα λόγια τ' ανεπίστρεπτα
μες στη χοάνη της υποταγής
Όλα τα μέλη ήταν φωτιά
όλα τα μάτια όλα τα χείλη
όλα τα χέρια ήταν εκεί
ένα κανίσκι οστά γεγυμνωμένα
ένα λαγούμι κι η ψυχή μες στον καθρέφτη
μια επικήδεια τελετή της ωραιότητας
*
Ήταν ερωτική με το γαλάζιο φόρεμα
κι ήμουν ανίδεος για το που ήθελα
και τόλμησα να μπω μες στον ανθώνα
Όλα τα μύρα όλα τα μάγια
όλα τ' αηδόνια ήταν εκεί
λαλούσαν στο μυαλό μου οι σιωπές
Ήταν το βλέμμα της
ανθός στον κλώνο της αιωνιότητας του έρωτα
απείρανθος της νιότης ο καιρός
η λήθη επικάθισε στην όρασή μου
σκόνη από θύμησες ωχρές
ο οπωρώνας της απάτης
*
Αθήνα, 1998
*
*Απόσπασμα από τη δεύτερη σύνθεση, "Το Χώμα", της συλλογής ποιημάτων μου
"Οι ώρες του ερωδιού",
Σχέδιο εξωφύλλου: Τάκης Σιδέρης/ Επιμέλεια:
Λουκάς Ρινόπουλος /Αθήνα, 1993 .
Γιώτα Καζαντζανίδου Βαρυτιμίδου
Ανοίγεις
δρόμους στα χαλάσματα, στις νύχτες φέρνεις τη ροδαυγή, στη φουσκωμένη
θάλασσα τη γαλήνη και στα όνειρα μου την ευχή. Να είσαι ευλογημένη
αγαπημένη μου φίλη.
- Απάντηση

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου