*“...η νεωτερικότητα διαλύεται υπό το βάρος των πνευματικών
και κοινωνικών αντιφάσεων της...*”
Ελένη Χωρεάνθη: Επιλογή /παρουσίαση: Βιβλίου:
Δημήρης Λάλλας:
Εκδόσεις: ΠΑΤΑΚΗΣ/ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ/Αθήνα 2025
*“...Σ’ αυτόν τον τόμο, ο Δημήτρης Λάλλας τοποθετεί τη μόδα στο πλαίσιο της νεωτερικότητας, διατρέχει την ιστορία της, επισημαίνει τα χαρακτηριστικά της - εφημερότητα, ηδιαλεκτικήπαράδοσης και καινοτομίας, ανάπτυξη κλάδων όπως
το πρετ-α-πορτέ και η γρήγορη μόδα— και αναλύει το πολιτιστικό της βάρος στον σύγχρονο κόσμο [...]
Η μόδα ως φορέας του καινούριου [...]μεσολαβεί στα θρησκευτικά τελετουργικά[…]. στη διακόσμηση του χώρου λατρείας στα τελετουργικά των γάμων και των βαπτίσεων,
στην ενδυμασία…” ( Εισαγωγή, σελ. 47)
*
Ίσως γι’ αυτό και στο παιγνίδι αυτό, έχει σοβαρό λόγο ύπαρξης και λειτουργίας η μόδα ως τέκνο της εποχής όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει σύγχρονος διανοητής, ένας σημαντικός συγγραφέας, κριτικός, ιστορικός, ο Κώστας Χατζηαντωνίου, εξ αφορμής ποιήματος μιας σπουδαίας Ευρωπαίας ποιήτριας, της Κριστίνε Κάμπο:
“… ΗΚριστίνα Κάμπο, ανάμεσα στις αμέτρητες βάρβαρες απώλειες, οι οποίες σφραγίζουν τη νεωτερικότητα, επισημαίνει μία που είναι αόρατη αλλά κρυφά κατατρώγει όλες τις άλλες: την απώλεια του ιερού και του συμβόλου ή, με άλλα λόγια, την απώλεια της ελπίδας μιας ανώτερης δικαιοσύνης. Την απώλεια εν τέλει της «απρόσιτης σεμνότητας της χάρης...».
Συλλογίζομαι πως και η ΜΟΔΑ είναι Τέχνη, μια Τέχνη που υπηρετεί και επιβάλλει το πρόσκαιρο, το εφήμερο, το αυθημερόν, το λίαν εφήμερο, όσο η ζωή μιας πεταλούδας, το “Ωραίο μιας ημέρας”, άρα το Φθηνό, το Πρόχειρο, το εντυπωσιακά ασήμαντο, το εύκολα προσβάσιμο από πληθυσμούς οικονομικά αδύναμους και ευκολόπιστους, σε καιρούς ένδειας ή μήπως παρέχει τη δυνατότητα και την ευκαιρία κατανάλωσης πλεονάσματος αγαθών, κυρίως ένδυσης ανθρώπων και οικιών, δεδομένου ότι η ΜΟΔΑ ταυτίζεται και με τις εποχές; Οπότε η Μόδα λειτουργεί προς όφελος του καταναλωτισμού και του εμπορικού κατεστημένου, κατά και μετά περιόδους μεγάλης οικονομικής κρίσης που όταν η κοινωνία αδυνατεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της αγοράς και στοιβάζονται αποθέματα κάθε λογής αγαθών, αλλάζουν οι όροι: “πέφτουν” οι τιμές των προϊόντων ένδυσης κυρίως, όταν είναι ανάγκη να φύγει όπως όπως το στοκ.
*
Διαβάζοντας το βιβλίο σας, κύριε Δημήτρη Λάλλα, αν και η “Μόδα” δεν είναι στον κύκλο των ενδιαφερόντων μου, ωστόσο, όπως την αντιμετωπίζετε ως θέμα μελέτης με εντυπωσίασε. Διαπίστωσα πως έχει ενδιαφέρον ως κοινωνικό φαινόμενο και ως επικαιρικό δρώμενο διαχρονικά. Έτσι σκέφτηκα, για τη διαλεύκανση του σημαντικού κοινωνικού φαινομένου, να μου απαντούσατε, όσο γίνεται απλά και σύντομα σε κάποιες ερωτήσεις μου:
*
1. Ερώτηση: Μπορείτε να μας πείτε όσο γίνεται σύντομα και απλά πώς συμβαίνει αυτό να είναι η μόδα παιδί μα και διαμορφωτής της νεωτερικότητας;
Απάντηση: Το δυναμικό φαινόμενο της μόδας προσπαθώ να το συλλάβω ως αυτό που κομίζει διαρκώς το καινούριο, την αλλαγή, την ανανέωση. Ένα καινούργιο, όμως, το οποίο είναι εφήμερο, θνησιγενές. Πυρηνικά χαρακτηριστικά του φαινομένου της μόδας, λοιπόν, είναι το εφήμερο, η επικέντρωση στο παρόν, η υπόσχεση του καινούριου. Αυτά, σε γενικές γραμμές, τα χαρακτηριστικά μπορούμε να τα εντοπίσουμε στην εκτεταμένη και βαθιά διαδικασία του εκμοντερνισμού (οικονομικού, κοινωνικού, πολιτισμικού, πολιτικού) που χαρακτηρίζει την κλασσική (1850-1970) και την ύστερη νεωτερικότητα (1970 και εντεύθεν). Η επιτάχυνση της τεχνολογικής καινοτομίας (παραγωγή, επικοινωνίες, μεταφορές), του ρυθμού της ζωής μας και του ρυθμού μεταβολής των στοιχείων του υλικού και κοινωνικού μας κόσμου, όπως έχει αναλύσει ο Γερμανός κοινωνιολόγος Hartmut Rosa, αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό των νεωτερικών, δηλαδή μεταπαραδοσιακών, κοινωνιών. Η γέννηση της υψηλής ραπτικής, η οποία χρονολογείται περίπου στο 1860, στην πόλη του Παρισιού, δεν συμπίπτει απλώς χρονικά με τις απαρχές της κλασσικής νεωτερικότητας αλλά και συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τις διαδικασίες τεχνολογικού εκσυγχρονισμού (μεταφορές, επικοινωνίες), επέκτασης της καπιταλιστικής αγοράς, της βιομηχανίας, της αποικιοκρατίας και του εμπορίου, της ανόδου της αστικής και μικροαστικής τάξης, της ανάπτυξης των ΜΜΕ, των πόλεων και των νέων χώρων-θεσμών κατανάλωσης και των δημόσιων και ημιδημόσιων χώρων (καφέ εστιατόρια, ξενοδοχεία, θέατρα, κινηματογράφοι, αίθουσες χορού κ.ά.) σε αυτές, καθώς και με την εμφάνιση τάσεων καλλιτεχνικού πειραματισμού και των αισθητικών πρωτοποριών. Η μόδα, λοιπόν, γεννιέται και αναπτύσσεται σε μια συνθήκη ραγδαίων αλλαγών, όπου ο προσανατολισμός στο μέλλον και στην -διαφορετικά και πολλαπλώς εννοούμενη πρόοδο (συλλογική και ατομική)- συνόδευαν, νομιμοποιούσαν και επιτάχυναν περαιτέρω αυτές τις αλλαγές κατά την κλασσική νεωτερική περίοδο. Η μόδα, όμως, δεν είναι μόνο παράγωγο, ένα παιδί της νεωτερικότητας αλλά και ένας παράγοντας διαμόρφωσης αυτής, με την έννοια ότι ως φορέας του διαρκώς καινούριου νομιμοποιούσε, επικύρωνε πολιτισμικά την ροπή προς το καινούριο, το εφήμερο, το παροντικό και «μάθαινε» σε ολοένα και μεγαλύτερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα του πληθυσμού την ιδέα της προσωπικής και συλλογικής ανανέωσης δια της αλλαγής του στυλ και των τάσεων. Ή για να το διατυπώσουμε αλλιώς, το να είσαι «μοντέρνος» και το να είσαι «μοδάτος» συγκλίνουν ως προς την ιδέα ότι συμβαδίζεις με την εποχή σου η οποία αλλάζει με γρήγορους ρυθμούς…
*
2. Γράφετε: “Ενάμισης αιώνας του εφήμερου/υψηλό, μαζικό και γρήγορο”. Θα θέλατε να μιλήσετε για το θέμα αυτό;
Απάντηση: Αν και οι ιστορικοί της μόδας εντοπίζουν τις απαρχές του φαινομένου στις αριστοκρατικές αυλές των οικονομικά ανεπτυγμένων πόλεων της Αναγέννησης, εντούτοις το φαινόμενο της μόδας ως ένα φαινόμενο με ισχυρή οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική εμβέλεια θεωρούμε ότι αρχίζει να εκδηλώνεται περίπου στα μέσα και κυρίως στο τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα. Συνδέεται χρονικά και πολιτισμικά με την περίοδο της Belle Ѐpoque. Από τότε μέχρι τις ημέρες μας, το φαινόμενο της μόδας έχει διανύσει περίπου ενάμιση αιώνα. Και σε αυτό το χρονικό διάστημα έχει εκδηλωθεί με τρεις βασικές εκδοχές, την υψηλή, τη μαζική και τη γρήγορη μόδα. Η υψηλή μόδα έχει να κάνει με τις δημιουργίες των οίκων υψηλής ραπτικής. Την έννοια του «υψηλού» την εννοώ με τους εξής τρόπους: α) υψηλής στάθμης τέχνη σχεδιασμού, ραφής, κοπής, β) υψηλής και ιδιαίτερης αξίας πρώτες ύλες, γ) υψηλή οικονομική -ανταλλακτική- αξία, δ) κοινωνικοοικονομικά υψηλή πελατεία (ελίτ) και ε) συνδηλώσεις με την τέχνη (η μόδα ως τέχνη, η μόδα ως «μετάφραση» καλλιτεχνικών τεχνοτροπιών σε ένδυμα). Ο δεύτερος πυλώνας, πέρα από την υψηλή μόδα, του αιώνα της μόδας, του «αιώνα του εφήμερου» (1860-1960), όπως τον χαρακτηρίζει ο Γάλλος κοινωνιολόγος Gilles Lipovetsky, είναι η μαζική βιομηχανία ιματισμού, δηλαδή τα βιομηχανικά και μαζικά παραγόμενα πανομοιότυπα, ετοιμοπαράδοτα ενδύματα. Η μαζική παραγωγή ετοιμοπαράδοτων ενδυμάτων δεν σημαίνει αυτόματα την παραγωγή μοδάτων ρούχων. Η μαζική εκδοχή της μόδας σημαίνει μαζικοποίηση της μόδας. Η μαζική, λοιπόν, εκδοχή της μόδας αφορά, αφενός, τις βιομηχανίες ένδυσης οι οποίες προσπαθούν να ακολουθήσουν τις τάσεις της ενδυματολογικής μόδας που θέτουν οι οίκοι υψηλής ραπτικής -είτε αντιγράφοντας τα στυλ της σεζόν είτε/και αγοράζοντας από αυτούς τα δικαιώματα και τα πατρόν για κάποια σχέδια- και αφετέρου το άνοιγμα, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, των οίκων υψηλής ραπτικής σε μια μεγαλύτερη αγορά -πέρα από τους ευκατάστατους προσωπικούς πελάτες τους- μέσω των πρετ-α-πορτέ συλλογών τους. Έχει αξία να σημειώσουμε ότι οι οίκοι υψηλής ραπτικής πια παρουσιάζουν τουλάχιστον τέσσερεις κολεξιόν το χρόνο (δύο πρετ-α-πορτέ και δύο υψηλής ραπτικής, Φθινόπωρο/Χειμώνας και Άνοιξη/Καλοκαίρι). Αυτή η οικονομική και αισθητική πολιτική των οίκων υψηλής ραπτικής υποδεικνύει το πως το καινούριο, οι νέες τάσεις και τα νέα στυλ γίνονται ολοένα και πιο εφήμερα. Αυτή η πολιτική σηματοδότησε αυτό που ονομάζω «μεσοαστικοποιηση του υψηλού» και τη «μαζικοποίηση του εφήμερου». Αυτή την τάση της σύντμησης της εφήμερης διάρκειας του καινούριου, του κάθε φορά μοδάτου την υποστηρίζει μα και την επιταχύνει ακόμη περισσότερο η τρίτη εκδοχή του φαινομένου της μόδας, η οποία άρχιζε να εμφανίζεται στο κατώφλι του 21ου αιώνα, η fast fashion. Ενδεικτική αυτής της επιτάχυνσης είναι η κεντρική ιδέα του ιδρυτή της Zara, Amancio Ortega, ο οποίος υποστηρίζει ότι τα ρούχα είναι σαν το γιαούρτι, το ψωμί και τα ψάρια. Είναι δηλαδή προϊόντα τα οποία πρέπει να καταναλωθούν άμεσα…όσο είναι φρέσκα…
*
3. Η κυκλοφορία της μόδας. Πώς γίνεται και η Μόδα να επηρεάζει και τα πολύ αδύναμα βαλάντια; Ποια τα μυστικά επιβολής και κυριαρχίας της;
Απάντηση: Στην κοινωνιολογική σκέψη για την κατανάλωση και τη μόδα μπορούμε να βρούμε τρία σχήματα, τα οποία επιχειρούν να αποτυπώσουν τους τρόπους παραγωγής και κυκλοφορίας της μόδας: α) από-τα-πάνω-προς-τα-κάτω (trickle-down effect), β) από-τα-κάτω-προς-τα-πάνω (trickle-up effect) και γ) οριζόντια διάχυση (trickle-across effect). Το πρώτο σχήμα αναφέρεται στις πρακτικές κοινωνικής διάκρισης μέσω της μόδας. Οι ανώτερες κοινωνικοοικονομικές τάξεις θέτουν κάθε φορά τα κριτήρια του καλού γούστου και υιοθετούν τις νέες τάσεις της μόδας, στο πλαίσιο ενός παιχνιδιού διάκρισης από τα υπόλοιπα κοινωνικά στρώματα. Πρόκειται για ένα παιχνίδι συμβολικού ανταγωνισμού, μέσω του οποίου επιβεβαιώνεται η οικονομική, πολιτισμική και συμβολική (κύρος, γόητρο) ισχύς των ανώτερων τάξεων. Τα μεσαία και κατώτερα στρώματα επιχειρούν να μιμηθούν και να προσοικειωθούν τα νέα, μοδάτα στυλ της κάθε σεζόν, προκειμένου να ενταχθούν σε αυτό το παιχνίδι όπου μπορεί να αποφέρει κοινωνική αναγνώριση και συνάμα διάκριση από τα κατώτερα από αυτά στρώματα. Μόλις όμως, ένα στυλ διαδοθεί μαζικά τότε αυτό εγκαταλείπεται από τις ανώτερες τάξεις, καθώς το στυλ αυτό χάνει την ισχύ της κοινωνικής διάκρισης και αναζητείται ένα καινούριο στυλ που θα επιτρέψει την εκ νέου κοινωνική διάκριση. Αυτό είναι ένα σχήμα που έχει υιοθετηθεί ευρέως στις κοινωνικές επιστήμες, από τον 19ο αιώνα (G. Simmel, T. Veblen) μέχρι τον 20ο (P. Bourdieu, J. Baudrillard) και τον 21ο αιώνα. Βέβαια, οι μηχανισμοί που ενεργοποιούν τις πρακτικές κοινωνικής διάκρισης και μίμησης δεν είναι ίδιοι για τους προαναφερόμενους κοινωνικούς διανοητές και κοινωνιολόγους. Στο βιβλίο μου συζητώ εκτενώς τις διαφορετικές προσεγγίσεις αυτού του σχήματος διάχυσης της μόδας από-τα-πάνω-προς-τα-κάτω. Το δεύτερο σχήμα αφορά τις περιπτώσεις των λεγόμενων «εναντιωματικών μοδών», δηλαδή ενδυματολογικών -και όχι μόνο- τάσεων τα οποία έχουν εκφράσει και εκφράζουν ομάδες αντι-κουλτούρας και υπο-κολτούρας. Τάσεις, όπως το glam-rock, το punk, το grunge, το boho, οι οποίες πολλές φορές έχουν γίνει αντικείμενα ιδιοποίησης και εμπορευματικής αξιοποίησης ακόμα και από τους/τις σχεδιαστές/τριες μόδας των οίκων υψηλής ραπτικής. Οι αισθητικές, πολιτισμικές και ηθικές κρίσεις που πρότειναν αυτές οι αντι-κουλτούρες και υπο-κουλτούρες επέφεραν μια μερική πολιτισμική απονομιμοποίηση της διάκρισης μεταξύ υψηλού και χαμηλού (λαϊκού), καθώς και επέκριναν τις τάσεις της πομπώδους πολυτέλειας, του glamour, και των προτύπων της τέλειας ομορφιάς, μέσα από τις συμβολικές (συμπεριλαμβανόμενων και των ενδυματολογικών) χειρονομίες τους. Η εμπορική αξιοποίηση και η υιοθέτηση αυτών των εναντιωματικών στυλ από την υψηλή μόδα θα πρέπει να γίνει κατανοητή, μεταξύ άλλων, ως αποτέλεσμα των τάσεων της τμηματοποίησης της αγοράς, του κατακερματισμού των στυλ, της ανάγκης για παραγωγή ολοένα και περισσότερων νέων τάσεων και στυλ, της ανάπτυξης μιας νέας μεσαίας τάξης στο πλαίσιο του υστερονεωτερικού καπιταλισμού από τη δεκαετία του 1970 και μετέπειτα. Στο πλαίσιο του οικονομικά και πολιτισμικά παγκοσμιοποιημένου κόσμου μας, της ανάπτυξης των συμβατικών μα και των ψηφιακών ΜΜΕ και μιας ψηφιακής κουλτούρας (μέσα κοινωνικής δικτύωσης), και ενός κοινωνικού κόσμου όπου οι κοινωνικοί δεσμοί είναι πιο ρευστοί και οι στέρεες ταυτότητες της κλασικής νεωτερικότητας έχουν αντικατασταθεί σε μεγάλο βαθμό από επιμέρους, θνησιγενείς ταυτίσεις, παρατηρείται και στο χώρο της μόδας ένας κατακερματισμός των στυλ, μια στυλιστική «ανομία», μια -εν πολλοίς- κατάργηση των αισθητικών κριτηρίων και των κανόνων εμφάνισης. Σε αυτή τη συνθήκη, δεν μπορούμε πια να μιλάμε για ένα κέντρο το οποίο θέτει τους κανόνες του καλού γούστου, το οποίο διαχέεται κάθετα στον κοινωνικό ιστό. Μάλλον, πρέπει να σκεφτούμε το σχήμα παραγωγής και διάχυσης της μόδας ως ένα δίκτυο με πολλούς κόμβους. Οι κόμβοι αυτοί μπορεί να είναι οι οίκοι υψηλής μόδας, οι πολυεθνικοί όμιλοι που έχουν ενσωματώσει στο χαρτοφυλάκιό τους αρκετούς οίκους υψηλής ραπτικής και μαζικής ένδυσης, τα περιοδικά μόδας, οι επιδείξεις μόδας, οι διασημότητες του αθλητικού, κινηματογραφικού, τηλεοπτικού, μουσικού θεάματος, του μόντελινγκ, οι fashion-bloggers, οι Youtubers. Οι κόμβοι αυτοί βέβαια διαθέτουν διαφορετική οικονομική, επικοινωνιακή, πολιτισμική και συμβολική ισχύ. Εντούτοις, οι πηγές δημιουργίας και τα κανάλια διάχυσης της εκάστοτε μόδας είναι ποικίλα και πολλά, καθώς και οι τρόποι υποδοχής των νέων στυλ και τάσεων διαφορετικοί. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα κίνητρα της κοινωνικής διάκρισης και της μίμησης μέσω της μόδας έχουν ατροφήσει, αλλά το ότι το παιχνίδι της μόδας έχει γίνει πια πιο σύνθετο και δυναμικό. Μια τέτοια προοπτική για την κυκλοφορία της μόδας, μάς επιτρέπει να μελετούμε το πως διαφορετικές κοινωνικές ομάδες μπορούν να υποδέχονται ή/και να δημιουργούν περισσότερο ή λιγότερο δικές τους τάσεις μόδας και στυλ, και όχι να θεωρούμε εκ των προτέρων ότι δεν μπορούν να κάνουν τίποτε άλλο παρά να μιμούνται τα ενδυματολογικά στυλ που υιοθετούν τα ανώτερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα -είτε φαντασιακά είτε αγοράζοντας απομιμήσεις αυτών των μοδάτων ενδυμάτων και αξεσουάρ.
*
4. Τι ακριβώς εννοείτε: “Μόδα, κατανάλωση και (μεσοταξική) υποκειμενικότητα”. Μπορείτε να μας μιλήσετε για το θέμα αυτό;
Απάντηση: Για να κατανοήσουμε το φαινόμενο της μόδας νομίζω ότι πρέπει να λάβουμε υπόψη τόσο τη θεσμική της διάσταση όσο και τις πρακτικές που «υλοποιούν» και αναπαράγουν το φαινόμενο αυτό. Η μόδα διαθέτει τους δικούς της θεσμούς παραγωγής (οίκοι μόδας, βιομηχανία ιματισμού) διανομής, επικοινωνίας (επιδείξεις μόδας, περιοδικά μόδας, διαδικτυακοί τόποι, social media κ.ά.) και κατανάλωσης (ατελιέ, εμπορικά φυσικά και ηλεκτρονικά καταστήματα κ.ά.). Οι πρακτικές έχουν να κάνουν με τις πρακτικές νοηματοδότησης, σημειοδότησης του εαυτού και επικοινωνίας σε συνθήκες κοινωνικής διάδρασης. Η μόδα αποτελεί ένα δομικό στοιχείο των υστερονεωτερικών μας κοινωνιών. Και ως τέτοιο αφενός προωθεί τρόπους συσχέτισης των υποκειμένων με τον εαυτό, τους άλλους, τα αντικείμενα, την εμπειρία, τον χώρο και τον χρόνο. Αφετέρου θεωρώ ότι η μόδα συντονίζεται με άλλα δομικά στοιχεία της υστερονεωτερικής συνθήκης, δηλαδή διαμορφώνει και διαμορφώνεται –έμμεσα ή/και άμεσα– από άλλους θεσμούς και από πολιτισμικές ροπές που εκδηλώνονται στο πλαίσιο των θεσμών. Πιο συγκεκριμένα, θεωρώ ότι ροπές που εκδηλώνονται μέσω της μοδάτης κατανάλωσης, δηλαδή της κατανάλωσης που αναζητά το διαρκώς καινούριο και την προσωπική ανανέωση, μπορεί να ενισχύονται αμοιβαία από -ή/και να είναι συμβατές με- ροπές προς την ανάληψη του ρίσκου, την ειδημοσύνη, την καινοτομία, τη δημιουργικότητα, την ανταγωνιστικότητα, τις επιδόσεις, την αυτοβελτίωση, την αυτοανάπτυξη και την αυτοπραγμάτωση. Τις ροπές αυτές μπορούμε να τις εντοπίσουμε και σε άλλους τομείς του καθημερινού μας βίου, όπως η εκπαίδευση, η σωματική και ψυχική υγεία, η διατροφή, η εργασία, οι οικονομικές επενδύσεις, ο επαγγελματικός αθλητισμός, το σεξ. Αυτή η κοινότητα ροπών που μοιάζει να διαμορφώνει η συνέργεια διαφορετικών πεδίων της κοινωνικής μας ζωής μάς οδηγεί να σκεφτούμε το πως η μόδα μπορεί να συμβάλλει στη διαμόρφωση βασικών όψεων μιας κυρίαρχης υποκειμενικότητας. Νομίζω ότι αυτός ο τύπος υποκειμενικότητας είναι νεο-μεσοταξικός, χωρίς όμως να περιορίζεται στα υποκείμενα της νέας μεσαίας τάξης, καθώς οι ροπές αυτές φαίνεται ότι διαχέονται και στα άλλα κοινωνικά στρώματα. Κλείνω παραθέτοντας ένα απόσπασμα από το βιβλίο μου (σελ. 317-8), όπου επιχειρώ να αναδείξω το πως οι λόγοι και οι τεχνικές των θεσμών της μόδας συνεργούν στη διαμόρφωση των προαναφερθεισών ροπών: «Ενώ οι ενσαρκώσεις της μόδας (μοντέλα, διασημότητες, παρουσιαστές/παρουσιάστριες, επιτυχημένοι επιχειρηματίες, κριτικοί μόδας, influencers κτλ.) τίθενται ως πρότυπα μόδας και ομορφιάς, ενώ οι προωθητικοί λόγοι ενημερώνουν για τις νέες τάσεις της μόδας και παρέχουν ειδικές, εξειδικευμένες συμβουλές υιοθέτησης της μόδας, ενώ πλήθος τεχνικών επιμέλειας της εμφάνισης, του εαυτού, του οικιακού χώρου παρέχονται στα άτομα μέσα από τα ποικίλα κανάλια του δικτύου πολλών κόμβων της μόδας, εν ολίγοις ενώ φιγούρες, λόγοι και τεχνικές καλούν τα υποκείμενα να ευθυγραμμιστούν με τα πρότυπα ομορφιάς και μόδας, εντούτοις στον ίδιο τον λόγο της μόδας τα άτομα αναπαρίστανται ως υποκείμενα τα οποία θα πρέπει να γνωρίζουν, να αφοσιώνονται στην επιμέλεια του εαυτού τους οικειοποιούμενα δημιουργικά και εξατομικευμένα τις επικρατούσες κάθε φορά τάσεις».
*
*Κώστας Χατζηαντωνίου: Κριστίνα Κάμπο (+10-1-1977) ΜΙΑ ΠΟΙΗΣΗ ΙΕΡΗ / «Ευγενέστατοι ιερείς,…”


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου