Το αυγό της Λήδας

 

 

 

 



 

“Δι’ ασήμαντον αφορμήν όταν θελήσουν οι 'θεοί' γίνονται πόλεμοι..."
🟣Το αυγό της Λήδας*🟣
👉Μια φορά κι ένα καιρό, στα πολύ παλιά τα χρόνια, οι άνθρωποι στη γη είχαν πληθύνει πάρα πολύ, όπως και τώρα, και ήταν τόσο κακοί, όπως και τώρα, που θα βούλιαζε η Γη. Ο Δίας ψηλά από τον Όλυμπο έβλεπε τη μεγάλη Μάνα Γη που αγκομαχούσε γιατί δεν μπορούσε να σηκώσει τόσο βάρος κι αποφάσισε να δράσει και να βάλει τους Έλληνες από δω και τους Τρώες στην απέναντι στεριά, να φαγωθούν μεταξύ τους με έναν πόλεμο για ασήμαντη αφορμή. Το πρόβλημα του Δία ήταν η αφορμή, όχι οι συνέπειες ενός πολέμου.
Μεταμορφωμένος σε κύκνο πέταξε ως τη Σπάρτη και με κόλπο “έσμιξε” με την πανέμορφη σύζυγο του βασιλιά Τυνδάρεω, τη Λήδα, μέσα σε ένα γλυκύτατο όνειρο, χωρίς εκείνη να καταλάβει με ποιον κοιμόταν κι ονειρευόταν ταξίδια μακρινά και περιπέτειες.
Όταν έφυγε ο κύκνος, ξύπνησε αναστατωμένη από το όνειρο, αλλά δεν είπε σε κανέναν τίποτα ούτε στο βασιλιά Τυνδάρεω, τον άντρα της.
Όμως δεν άργησε να φανούν κάποια σημάδια αλλιώτικα στο σώμα και στη διάθεσή της, να αισθάνεται πως κάτι συμβαίνει μέσα της. Αλλά πού να πάει ο νους της στο παράξενο πουλί. Εκείνο ήταν ένα όραμα.
«Νομίζω πως είμαι έγκυος», είπε δειλά μια μέρα στον εαυτό της.
Χαμογέλασε ικανοποιημένη που θα έφερνε στον κόσμο το παιδί που περίμενε με ανυπομονησία ο βασιλιάς κι όλο το βασίλειό τους και βιάστηκε να το πει και στον άντρα της. Όταν πλησίαζε η μέρα του τοκετού, όπως ήταν επόμενο, ο βασιλιάς φρόντισε να φέρει στο παλάτι τους καλύτερους γιατρούς και τις ξακουστές μαίες.
Όλοι περίμεναν με κομμένη ανάσα. Όμως η βασίλισσα αντί για το παιδί που όλοι περίμεναν, γέννησε ένα μεγάλο, ένα υπερφυσικό αβγό. Οι μαίες, μόλις είδαν το αβγό, βουβάθηκαν:
«Είναι θαύμα, είναι θαύμα. Εδώ κάποιος θεός έβαλε το χέρι του”, ψέλλισε κάποιος
Ο βασιλιάς που περίμενε καταχαρούμενος να δει το νεογέννητο παιδί τους, είδε ένα πελώριο αβγό. Σάστισε, χλόμιασε, κατάπιε τη γλώσσα του από τη μεγάλη ντροπή που ένιωσε, δεν ήξερε τι να πει και τι να υποθέσει.
«Αυτό είναι θαύμα!», ομολόγησαν και οι πιο δύσπιστοι αδυνατώντας να δώσουν μια λογική εξήγηση. Ωστόσο, δεν άργησε να λυθεί το μεγάλο μυστήριο. Το αβγό έσκασε εκεί μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων κάνοντας σιγανό θόρυβο. Άνοιξε στα δυο κι από μέσα βγήκαν τέσσερα πανέμορφα μωρά. Δυο αγόρια και δυο κορίτσια, το ένα ομορφότερο από το άλλο. Αυτό κι αν ήταν έκπληξη. Από το αυγό της Λήδας βγήκαν τέσσερα παιδιά, οι Διόσκουροι, Κάστωρ και Πολυδεύκης και δυο κόρες, η Κλυταιμνήστρα και η Ωραία Ελένη. Η βασίλισσα, τότε κατάλαβε τι νόημα είχε το τρυφερό αγκάλιασμα εκείνου του όμορφου πουλιού.
Άξαφνα, μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων, έγινε άλλο παράδοξο: Από το πουθενά ήρθε ένα άσπρο σύννεφο, τύλιξε τα δυο αγόρια, κι άρχισε να ανασηκώνεται σιγά σιγά κι αθόρυβα και να βγαίνει από το βασιλικό κοιτώνα. Και καθώς απομακρυνόταν, το σύννεφο ψήλωνε ώσπου έγινε μια λευκή κουκίδα και βούλιαξε στο γαλάζιο στερέωμα. Και χάθηκε στο βάθος του ουρανού πίσω από τον ορίζοντα.
Ο βασιλιάς και οι σοφοί σύμβουλοί του όσο κι αν προσπαθούσαν δεν μπορούσαν να δώσουν καμιά λογική εξήγηση. Κάλεσαν, λοιπόν, τον πιο σοφό μάντη για να ερμηνεύσει το αναπάντεχο και πρωτοφανές γεγονός.
Ο σοφός μάντης έξυσε το κούτελό του, πήρε σοβαρό ύφος και αποφάνθηκε:
«Αυτό το θαύμα σχεδιάστηκε στον Όλυμπο και είναι έργο του Δία. Ο θεός έχει το σκοπό του και διάλεξε αυτόν τον τρόπο να γεννηθούν τα παιδιά του. Είναι θαύμα. Δεν χωράει αμφιβολία πως αυτό είναι θέλημα θεού! Δεν βλέπω άλλο τίποτα εκτός από το θαύμα».
«Έτσι λες, σοφέ μου μάντη;», τραύλισε αναστατωμένος ο Τυνδάρεως.
Ο μάντης πλησίασε το βασιλιά και του ψιθύρισε, σχεδόν, συνωμοτικά:
«Βασιλιά μου, η γνώμη μου είναι να μην πας αντίθετα από το θέλημα του Δία. Δέξου τα θεϊκά δώρα, αυτό είναι το θέλημα του θεού. Είναι ολοφάνερο πως είσαι ο εκλεκτός των θεών».
Ο Τυνδάρεως έσκυψε το κεφάλι συγκαταβατικά.
«Αφού είναι το θέλημα θεού, υποκλίνομαι», ψέλλισε μπερδεμένος κι εκείνος κι ακολούθησε το μάντη ως την εξώθυρα του παλατιού.
Ύστερα όλα πήραν το δρόμο τους.
Ο βασιλιάς πίστεψε στο θαύμα, δέχτηκε πως είναι κόρες του οι πανέμορφες κόρες της Λήδας. Παραδέχτηκε πως ήταν θεού θέλημα να γίνει έτσι κι ακολούθησε τις συμβουλές του μάντη. Ήταν πολύ χαρούμενος και υπερήφανος που απόκτησε δυο πανέμορφες κόρες, την Κλυταιμνήστρα και την Ωραία Ελένη. Τις αγάπησε με όλη του την ψυχή και τις μεγάλωνε με στοργή.
Όταν οι κόρες του μεγάλωσαν, πάντρεψε την Κλυταιμνήστρα με τον Αγαμέμνονα το βασιλιά των Μυκηνών και την πιο όμορφη, τη γνωστή στο Πανελλήνιο ως Ωραία Ελένη, την πάντρεψε με τον Μενέλαο ο οποίος κέρδισε στον αγώνα που που όρισε ο Τυνδάρεως και πήραν μέρος όλοι οι υποψήφιοι γαμπροί κι έγινε βασιλιάς της Σπάρτης.
Ζούσαν “βίον ανθόσπαρτον”, ως την καταραμένη ώρα που ο Πάρις, ο πανέμορφος γιος του Πριάμου, του βασιλιά της Τροίας, παρακινούμενος από την θεά Ήρα πήγε φιλοξενούμενος στα παλάτια του Μενελάου. Κι όταν χρειάστηκε να λείψει ο Μενέλαος από τη Σπάρτη, βρήκε την ευκαιρία ο Πάρις, άρπαξε την Ωραία Ελένη και όσους μπόρεσε θησαυρούς του Μενελάου και πήγαν στην Τροία.
Η αρπαγή της Ωραίας Ελένης θεωρήθηκε μεγάλη προσβολή για την Ελλάδα και ξεσήκωσε τους Έλληνες υποψήφιους γαμπρούς να πάνε να την πάρουν πίσω. Τους είχε δέσει με όρκο ο Τυνδάρεως “πως αν πειράξει κάποιος την Ωραία Ελένη, να συνδράμουν όλοι τον Μενέλαο”. Αυτό που είχε σχεδιάσει ο Δίας και δρομολογήσει, η αφορμή για τον πιο άγριο και μακροχρόνιο πόλεμο που κατάστρεψε εκ θεμελίων την Τροία και σκοτώθηκαν όλοι οι ήρωες, ο “Τρωικός πόλεμος”, δόθηκε με την “αρπαγή της Ωραίας Ελένης!
Όταν αποφασίζουν οι παντοδύναμοι αθάνατοι θεοί, γράφεται η μοίρα των ταλαίπωρων θνητών ανθρώπων: “Δι’ ασήμαντον αφορμήν”.👈

Σχόλια